Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ ΛΟΥΚΑ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακὴ Η´  Ματθαίου (Ματθαῖος, 14,14-23)

Ὁ Θεὸς εἶναι δημιουργός. Ἀπὸ τὸ μηδὲν δημιούργησε τὸν κόσμο μὲ τὸ Λόγο. Εἶπε «Γενηθήτω φῶς. Καὶ ἐγένετο φῶς»[1]. Εἶπε «Βλαστησάτω ἡ γῆ...»[2]. Κι ἀμέσως τὰ βουνὰ κι οἱ κάμποι ντύθηκαν μὲ φυτὰ καὶ δένδρα. Ὁ Λόγος καὶ τώρα τοῦ Θεοῦ, «δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο»[3], παίρνει στὰ χέρια του πέντε ψωμιὰ καὶ δυὸ ψάρια, τὰ εὐλογεῖ κι ἐκεῖνα πολλαπλασιάζονται καὶ φτάνουν γιὰ νὰ χορτάσουν πέντε χιλιάδες ἄνθρωποι. Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ διαβάζεται αὔριο στὴ θεία Λειτουργία, μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὸ θαῦμα τοῦτο τῆς φιλάνθρωπης καὶ δημιουργικῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ δύναμη κι ἡ καλωσύνη εἶναι δυὸ ἀπὸ τὰ προσόντα τοῦ Θεοῦ, καὶ τὰ δυὸ σὲ τέλειο βαθμό, ὥστε νὰ λέμε πὼς ὁ Θεὸς εἶναι παντοδύναμος καὶ πανάγαθος. Ἡ δύναμή του εἶναι πανάγαθη κι ἡ καλωσύνη του εἶναι παντοδύναμη. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς ὁ Θεός, ἂν καὶ θὰ μποροῦσε, ὅμως ποτὲ δὲν κάνει τὸ κακό. Στὸ Θεὸ δὲν κινδυνεύει ποτὲ ἡ καλωσύνη του ἀπὸ τὴ δύναμή του, καθὼς αὐτὸ συμβαίνει σὲ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἡ ἐξουσία κι ἡ δύναμη εἶναι κίνδυνος στὰ χέρια μας. Ἀλλ᾽  ἄς μὴ χανώμαστε σὲ δικούς μας λογισμοὺς γιὰ τὸ Θεό, κι ἄς ἔλθωμε νὰ ἀκούσωμε τὴν αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Μέσα ἀπὸ τὸ λόγο τῆς θείας Γραφῆς, ποὺ εἶναι λόγος Θεοῦ, συμπεραίνομε καὶ μποροῦμε νὰ λέμε γιὰ τὸ Θεό.
« Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ εἶδε ὁ Ἰησοῦς πλῆθος λαοῦ καὶ τοὺς λυπήθηκε καὶ γιάτρεψε τοὺς ἀρρώστους των. Κι ὅταν βράδυασε, τὸν πλησίασαν οἱ μαθητές του καὶ τοῦ εἶπαν· «Ὁ τόπος εἶναι ἔρημος καὶ πέρασε πιὰ ἡ ὥρα· ἀπόλυσε τὸ λαό, γιὰ νὰ πᾶνε στὰ χωριὰ νὰ ἀγοράσουν γιὰ λόγου τους τρόφιμα». Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ πᾶνε στὰ χωριὰ δῶστε τους ἐσεῖς νὰ φᾶνε». Κι ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν· «Δὲν ἒχομ᾽ ἐδῶ παρὰ μόνο πέντε ψωμιὰ καὶ δυὸ ψάρια». Κι ὁ Ἰησοῦς εἶπε· «Φέρτε τά μου ἐδῶ». Κι ἀφοῦ διέταξε τὰ πλήθη νὰ καθήσουν πάνω στὰ χόρτα, πῆρε τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δυὸ ψάρια, σήκωσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ κι εὐλόγησε, κομμάτιασε τὰ ψωμιὰ καὶ τὰ ’δωκε στοὺς μαθητές του, κι οἱ μαθητές του στὸ λαό. Κι ἔφαγαν ὅλοι καὶ χόρτασαν, κι ἀπὸ τὰ κομμάτια ποὺ περίσσεψαν γέμισαν δώδεκα κοφίνια. Κι ἐκεῖνοι ποὺ ἔφαγαν ἦσαν πάνω κάτω πέντε χιλιάδες ἄνδρες ἐξὸν ἀπὸ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά. Κι ἀμέσως ἀνάγκασε ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητές του νὰ μποῦνε στό πλοῖο καὶ νὰ πηγαίνουν μπροστὰ ἀπ᾽ αὐτὸν ἀντίπερα, ὥσπου νὰ ἀπολύση τὸ λαό.»
Τί γίνεται στὸ βάθος τῶν πραγμάτων, ὅταν ὁ Θεὸς τελῆ ἕνα θαῦμα δὲν τὸ ξέρομε· τὸ βλέπομε μόνο καὶ τὸ προσκυνοῦμε. Γιατί τὸ θαῦμα εἶν᾽  ἔργο τοῦ Θεοῦ κι ὅλα τα θεῖα ἔργα εἶναι πολὺ πιὸ πάνω ἀπ᾽ ὅ,τι μπορεῖ νὰ καταλάβη ὁ νοῦς μας. Γι’ αὐτό, ὅταν βλέπωμε τὰ ἔργα καὶ τὰ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ, τὰ προσκυνοῦμε· κάνομε τὸ σταυρό μας καὶ λέμε· «Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυμαστά τὰ ἔργα σου!»[4]. Ἡ μεταβολὴ ποὺ γίνεται στὸ βάθος εἶναι ἀόρατη, ὅπως ὅταν στὴ θεία εὐχαριστία μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος μεταβάλλονται στὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Μὰ γιὰ τὸν φρόνιμο ἄνθρωπο μυστήρια καὶ θαύματα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μόνο ὅσα γίνονται στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὰ καὶ ὅσα συμβαίνουν στὴν ὕλικη κτίση· τὸ πῶς στέκεται καὶ κινεῖται ὁ κόσμος, τὸ πῶς συνέχεται καὶ κρατιέται τὸ σύμπαν, τὸ πῶς διαιωνίζει ἡ ζωὴ ἐπάνω στὴ γῆ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι μυστήρια · τὰ ἐρευνᾶ καὶ προσπαθεῖ νὰ τὰ ἐξήγηση ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, μὰ πάλι μένουν ἀπόρρητα καὶ ἀνεξήγητα θαύματα. Κάποιοι θαρροῦν πὼς ἡ Ἐπιστήμη τὰ ἐξήγησε ὅλα, πὼς δὲν ὑπάρχουν πιὰ μυστικὰ στὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ᾽ αὐτοὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθινοὶ ἐπιστήμονες. Ὅταν ἡ Ἐπιστήμη θὰ πῆ πὼς τὰ ξέρει ὅλα, τότε θὰ σταματήση κάθε ἐπιστημονικὴ πρόοδος. Γι’ αὐτὸ οἱ ἀληθινοὶ ἐπιστήμονες ἕνα λέγουν καὶ ἐπαναλαμβάνουν «Ἀγνοοῦμεν καὶ θὰ ἀγνοῶμεν». Ἡ Ἐπιστήμη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ δόξα τοῦ ἀνθρώπου, καθὼς ἡ ἴδια ἡ θεία Γραφὴ μαρτυρεῖ γι’ αὐτό· «ὁ Θεὸς ἔδωκεν ἀνθρώποις ἐπιστήμην, ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ»[5]. Μὲ τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν ἔρευνα τῆς ὑλικῆς κτίσεως καὶ ὁ Θεὸς δοξάζεται μέσα στὰ ἔργα του καὶ ὁ ἄνθρωπος μέσα στὴν ἐπιστήμη του.
Ἐντοπίζομε τὸ λόγο στὴν αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ καὶ εἰδικώτερα στὸν ὁρατὸ τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τελεῖ τὸ θαῦμα. Παίρνει στὰ χέρια του τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δυὸ ψάρια, σηκώνει τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ κι ὕστερα τὰ εὐλογεῖ. Αὐτὸς εἶν᾽ ἕνας ὁρατὸς τρόπος ἐπικοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό. Ὄχι πὼς ὁ Θεὸς εἶναι κάπου στὸν οὐρανό, ὄχι πὼς δὲν εἶναι «πανταχοῦ παρών», ὄχι πὼς δὲν ζοῦμε καὶ δὲν κινούμεθα καὶ δὲν εἴμαστε μέσα στὸ Πνεῦμα του, μὰ ἔτσι τὸν βλέπει πάντα ὁ εὐσεβής· ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του. Καὶ μακάρι κάθε φορά, ποὺ πιάνομε στὰ χέρια μας τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, κάθε τί ποὺ συντηρεῖ καὶ προάγει τὴ ζωή μας, νὰ σηκώνουμε τὰ μάτια μας στὸν οὐρανό. Κι ἄς μὴ λέγη τίποτε τὸ στόμα, γιατί αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸ καὶ σὰν δοξολογία καὶ σὰν εὐχαριστία καὶ σὰν παράκληση. Ὕστερα ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀρχίζει νὰ κομματιάζη τὰ ψωμιὰ καὶ τὰ ψάρια, νὰ δίνη στοὺς μαθητὲς κι οἱ μαθητὲς νὰ μοιράζουν στὸ λαό. Ὄχι πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ μιὰ φέτα ψωμὶ κι ἐπάνω ἕνα κομμάτι ψάρι. Γιατί πόσο θέλει κανεὶς νὰ φάγη γιὰ νὰ ζήση; Κι ὄχι μόνο νὰ ζήση, ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι γερός· κι ἐκεῖνο τὸ κομμάτιασμα καὶ τὸ μοίρασμα δὲν ἔχουν τελειωμό. Πέντε χιλιάδες κόσμος καὶ μὴ λογαριάζεις τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά. Πέντε χιλιάδες μερίδες, καὶ δώδεκα κοφίνια γεμάτα περισσεύματα. Μὴ ρωτᾶς νὰ μάθης πὼς τὸ θαῦμα γίνεται, μόνο βλέπε καὶ μὴν ἀρνεῖσαι τὸ θαῦμα ποὺ γίνεται. Οἱ πηγὲς τῆς ζωῆς μέσα στὴ θεία δημιουργία εἶναι ἀστείρευτες, μὰ χρειάζεται πάντα ἕνας Μωϋσῆς, ποὺ νὰ χτυπάη τὴν πέτρα καὶ νὰ βγαίνη νερό· καὶ χρειάζεται ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ νὰ εὐλογῆ καὶ νὰ πληθαίνη τὸ ψωμί.
Πέντε ψωμιὰ καὶ δυὸ ψάρια κι ἔφτασαν γιὰ νὰ χορτάση τόσος κόσμος. Γιατί στὰ χέρια τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ ὁ ἐπιούσιος ἄρτος εἶναι σὰν τὸν ἄρτο τῆς θείας εὐχαριστίας. Στὴ θεία εὐχαριστία ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὅλος σὲ ὅλα τὰ μέρη. Σὲ κάθε μαργαρίτη, ποὺ παίρνει ὁ κάθε πιστός, ὁ Χριστὸς εἶναι ὁλόκληρος, καὶ δὲν σώνεται ὅσοι κι ἂν εἶναι οἱ πιστοί, εἶναι «ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος»[6]. Μακάρι νὰ μὴν ξεχνούσαμε ποτέ, ὅταν καθώμαστε νὰ φᾶμε ψωμί, τὸ θαῦμα τῆς ἐρήμου, ὅτι μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ μὲ δυὸ ψάρια χόρτασαν τόσοι ἄνθρωποι. Τὸ πῶς ἔγινε τὸ θαῦμα δὲν τὸ καταλαβαίνομε, μὰ ὅτι ἔγινε δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀρνηθοῦμε καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνᾶμε. Τὴ διατροφὴ τοῦ λαοῦ ἡ ἐποχὴ μας τὴν βλέπει μόνο σὰν θέμα οἰκονομικὸ καὶ ὑλικό, μὰ τίποτε στὸ βίο τῶν πιστῶν, τίποτε στὴν Ἐκκλησία, εἴτε οἰκονομικὸ εἴτε πολιτικὸ εἴτε κοινωνικό, δὲν εἶναι, δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Στὴν Ἐκκλησία ὁ ὑλικὸς κόσμος, ὁ ἐγκόσμιος βίος τῶν πιστῶν ἐξαγιάζεται μέσα στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ ψωμὶ λοιπὸν ποὺ τρῶμε, γιὰ νὰ στηρίξουμε τὴν ὑλική μας ὕπαρξη, ἔχει νὰ κάμη πῶς τὸ βλέπομε καὶ πῶς τὸ πιάνομε στὰ χέρια μας· μὲ ποιὸ αἴσθημα εὐλάβειας καὶ μὲ ποιὰ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸ Θεό, ποὺ μᾶς παρέχει «πάντα πλουσίως εἰς ἀπόλαυσιν»[7]. Ἀντίδωρο εἶναι στὰ χέρια τῶν πιστῶν ὁ ἐπιούσιος ἄρτος.
Ὅταν παίρνης στὰ χέρια σου ὅσα σοῦ δίνει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ζήσης, μὴν ξεχνᾶς ἐκεῖνον ποὺ τὰ δίνει. Μὴν κάθεσαι ποτὲ στὸ τραπέζι καὶ μὴ σηκώνεσαι χωρὶς νὰ κάμης προσευχή. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι προσεύχωνται καὶ τρῶνε, ὅταν τρῶνε κι εὐχαριστοῦν, τότε ὁ Θεὸς εὐλογεῖ καὶ τὸ ψωμὶ πληθαίνει, τότε τρῶνε ὅλοι καὶ χορταίνουν. Ὅπου οἱ ἄνθρωποι προσεύχονται στ’ ἀλήθεια μὲ φόβο Θεοῦ, πεινασμένοι δὲν ὑπάρχουν ὄχι μόνο γιατί ὁ Θεὸς εὐλογεῖ, μὰ καὶ γιατί οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀδικοῦν. Μόνο γιὰ τὴν ἀδικία τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχει φτώχεια καὶ πείνα στὴ γῆ. Στὸν τόπο ποὺ οἱ ἄνθρωποι δὲν πεινᾶνε τὴ δικαιοσύνη, ἐκεῖ πολλοὶ πεινᾶνε τὸ ψωμί. Ὅταν τὰ ἀγαθά τῆς γῆς μοιράζωνται μὲ δικαιοσύνη, ὄχι μόνο φτάνουν γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, μὰ καὶ περισσεύουν· καὶ τὰ περισσεύματα δὲν τὰ πετᾶνε, ἀλλὰ τὰ μαζεύουν καὶ τὰ οἰκονομοῦν. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, γράφοντας γιὰ τὸ ἴδιο θαῦμα, προσθέτει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν ἔφαγαν ὅλοι καὶ χόρτασαν, εἶπε στοὺς μαθητὲς του· «Συναγάγετε τὰ περισσεύσαντα κλάσματα, ἵνα μὴ τι ἀπόληται»[8], μαζέψτε ὅλα τὰ κομμάτια ποὺ περίσσεψαν, γιὰ νὰ μὴ χαθῆ τίποτε. Αὐτὸ εἶν᾽ ἕνα μεγάλο μάθημα οἰκονομίας, κι ὄχι μόνο οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὰ ἀγαθά, ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ ζήσουν. Ἅγια πράγματα εἶναι τὸ ψωμὶ καὶ τὸ φαγὶ καὶ δὲν τὰ πετᾶνε, ὅταν περισσεύουν. Ὁ Θεὸς δὲν ἀφήνει ἀτιμώρητη τὴν ἁμαρτία τῆς χορτασιᾶς, ποὺ τρώγει παραπάνω ἀπ’ ὅσα μπορεῖ καὶ πετάει ὅσα πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ φάγη.
Γιὰ τὴν ἐπιστήμη τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο ὡμιλήσαμε σήμερα, τὸ λιγώτερο εἶναι πολὺ ἁπλοϊκὸς κι ἴσως ἀκόμα καὶ ἀφελής. Κι ὅμως πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες δὲν μπόρεσε νὰ δοθῆ σαφὴς καὶ ἱκανοποιητικὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα· «Γιατί τόσες χιλιάδες τόνοι ὀπωρικὰ στὸν τόπο μας νὰ θάβωνται στὸ χῶμα;». Ἡ γῆ λιπαίνεται μὲ τοὺς καρπούς της κι οἱ ἄνθρωποι στεροῦνται μέσα στὴν ἀφθονία τῆς παραγωγῆς. Ἡ Ἐκκλησία πιστεύει σὲ μιὰ δική της οἰκονομικὴ θεωρία, ποὺ δὲν εἶναι κἄν θεωρία, ἀλλὰ μιὰ θεία πραγματικότητα. Ὅταν ὁ Χριστὸς πείνασε στὴν ἔρημο, ὁ «πειράζων»[9], τὸν προκαλοῦσε· «Εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται»[10]. Τότε ὁ Χριστὸς ἔδωκε μιὰ ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση· «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος...»[11]. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση καὶ τῆς Ἐκκλησίας στὸ σύγχρονο κόσμο, ποὺ κινδυνεύει μέσα στὴν πλησμονὴ καὶ τὴν ἀφθονία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ἀμὴν.

ὁ Σ.Κ.Δ.



[1] Γεν. 1,3.
[2] Γεν. 1, 11.
[3] Σύμβολον τῆς πίστεως, ἄρθρον 2.
[4] Ἀποκ. 15, 3.
[5] Σοφία Σειρὰχ 38, 6.
[6] Θεία Λειτουργία, ὑπὸ τοῦ ἱερέως, κατὰ τὸ Κοινωνικόν.
[7] Α´ Τιμ. 6, 17.
[8] Ἰω. 6, 12.
[9] Ματθ. 4, 3.
[10] Ματθ. 4,3-4.
[11] Δευτ. 8, 3. Ματθ. 4,4.