Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

«ΘΕῼ ΔΟΥΛΕΥΕΙΝ ΚΑΙ ΜΑΜΩΝᾼ»
(Ἡ μέριμνα τοῦ ἐπίγειου πλουτισμού)

Δύσκολο εἶναι τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. Δύσκολο, ὄχι γιά νά καταλάβωμε τί λέει, ἀλλά γιά νά παραδεχτοῦμε αὐτό πού λέει. Γιατί καί τότε καί τώρα μέ τόν ἴδιο τρόπο οἱ ἄνθρωποι ἀκοῦνε τό Εὐαγγέλιο. Ὅπως τότε, ἔτσι καί τώρα οἱ ἄνθρωποι λένε, «σκληρός ἐστιν οὗτος ὁ λόγος·  τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;»· βαριά εἶναι αὐτά τά λόγια· ποιός μπορεῖ νά ἀκούη σήμερα τό Χριστό νά λέη· «μή μεριμνᾶτε...»;  ποιός μπορεῖ νά ἀκούη παραδείγματα, σάν ἐκεῖνα γιά τά «πετεινά τοῦ οὐρανοῦ»    καὶ γιά τά «κρίνα τόν ἀγροῦ»;   Μακάρι νά ἦσαν στή ζωή τά πράγματα τόσο εὔκολα καί ἁπλά. Κι ἄν ἦταν δυνατό νά εἶχαν ἐφαρμογή σέ  κείνη τήν ἐποχή τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλά σήμερα εἶναι ἀνεφάρμοστα.
*
Ἄλλοι καιροί τώρα, ἄλλες συνθῆκες ζωῆς... Αὐτά ἀκοῦμε νά λέγωνται ἀπό πολλούς. Εἶναι πραγματικά δύσκολο τὸ σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα καί δέν ξέρει κανείς μέ ποιόν τρόπο νά ἐξηγήση τό ἱερό κείμενο καί νά κηρύξη τήν ἀμετάθετη ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Κυρίου.
Μᾶς βοηθοῦν τά πράγματα, γιά νά μπορέσουμε νά καταλάβωμε καί νά δεχτοῦμε τά εὐαγγελικά λόγια. Ἄς ἀρχίσουμε λοιπόν ἀπό ἐδῶ· ἄς προσπαθήσουμε νά περιγράψουμε μιά ὄψη  τῆς σημερινῆς ζωῆς. Εἶναι ἡ πιό χαρακτηριστική, αὐτή πού τήν αἰσθανόμαστε πιό πολύ. Εἶναι ἡ βιασύνη, πού ἔχει πιάσει τούς ἀνθρώπους τοῦ καιροῦ μας· μιά βιασύνη γεμάτη ἀγωνία καί μιά δραστηριότητα χωρίς ἀνάπαυση. Ἕνας ἀγώνας δρόμου χωρίς σταματημό κατάντησε ἡ ζωή μας. Στή στεριά καί στή θάλασσα καί στόν ἀέρα κινιοῦνται καί τρέχουν οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι νά θαυμάζουμε μπροστά στήν ἀέναη αὐτή κίνηση καί τήν ἐξαντλητική ἐργατικότητα τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων. Ἀλλά καί νά ρωτᾶμε μέ ἀπορία· γιατί λοιπόν τρέχουν, γιατί ἀσθμαίνουν, γιατί ἀγωνιοῦν οἱ ἄνθρωποι; Ἄν θέλαμε αὐτό πού συμβαίνει νά τό χαρακτηρίσουμε μέ μιά εὐαγγελική λέξη, θά λέγαμε λοιπόν «μέριμνα». Κι ἄν θέλαμε σέ μιά φράση  τῆς θείας Γραφῆς νά δώσουμε τήν εἰκόνα καί νά ἐκφράσουμε αὐτό πού συμβαίνει στή ζωή τῶν ἀνθρώπων σήμερα, θά λέγαμε τά λόγια τοῦ ψαλμοῦ· «ἐγείρεσθε μετά τό καθῆσθαι, οἱ ἐσθίοντες ἄρτον ὀδύνης», σηκώνεστε μόλις πᾶτε νά καθῆστε, καί τρῶτε πικρό το ψωμί σας.
Κι αὐτό πραγματικά εἶναι τό παράδοξο. Μέ ὅλα τα μέσα  τῆς ἐποχῆς μας, μέ ὅλη τήν ἀφθονία τῶν ἀγαθῶν καί τίς πολλές καί μεγάλες εὐκολίες  τῆς ζωῆς, τρῶμε «ἄρτον ὀδύνης». Εἶναι πικρό γιά μᾶς τό ψωμί, πού δέν προφταίνομε νά τό φᾶμε, πού τό τρῶμε στό πόδι. Μεριμνοῦμε, δηλαδή μοιράζομε καί σκορπίζομε τόν ἑαυτό μας, βυθιζόμαστε καί χανόμαστε μέσα στό πέλαγος  τῆς ζωῆς, χάνομε τήν πνευματική μας πορεία, στενεύομε τά ὅρια τοῦ προορισμοῦ μας, γινόμαστε δοῦλοι  τῆς ὑλικῆς ἀνάγκης, δίνομε τήν ψυχή μας σέ πράγματα πού δέν ἀξίζουν, ἀνταλλάζομε τήν αἰώνια ζωή μέ τόν ὀλιγοχρόνιο βίο μας ἀπάνω στή γῆ. Ἡ σκέψη μας κι ὁ λογισμός μας εἶναι στό πῶς θά ἐξασφαλίσουμε ἐδῶ στή γῆ τό αὔριο καί χάνομε τό σήμερα. Στήν πραγματικότητα αὐτό τό αὔριο δέν ἔρχεται ποτέ, γιατί κάθε μέρα πού ξημερώνει τό στέλνει στήν ἄλλη ἡμέρα. Ἔτσι καί τό σήμερα τό χάνομε καί τό αὔριο δέν τό ἔχομε δικό μας.
Δουλεύομε σέ δυό κυρίους. Μέ τό στόμα λέμε πώς εἴμαστε χριστιανοί καί μέ τήν ψυχή μας δουλεύομε στόν κόσμο. Εἴμαστε προσκολλημένοι στά καθημερινά πράγματα· τί θά φᾶμε, τί θά ντυθοῦμε, πῶς θά κερδίσουμε καί θά ἀποκτήσουμε. Κι ἐκεῖνοι πού πιστεύουν πώς εἶναι τάχα πνευματικοί ἄνθρωποι κι αὐτοί κινιοῦνται μέσα σ’ ἕναν κύκλο πρακτικοῦ ὑλισμοῦ· ξοδεύονται σέ δραστηριότητες καί σέ ἐπίδειξη ἐξωτερικῆς ἐργατικότητας· τούς ἀρέσει ὁ σύγχρονος τίτλος τοῦ δυναμικοῦ ἀνθρώπου, καί πείθουν τόν ἑαυτό τους πώς μέ τήν ἐργασία τους θά σώσουν τόν κόσμο. Ὅλα αὐτά εἶναι μιά πλάνη καί παρουσιάζουν ἕναν κόσμο, πού μιλάει γιά πίστη κι ἔπαψε νά πιστεύη, πού λογαριάζει μόνο στή μεγάλη δῆθεν ἀξία  τῆς ἐργασίας του καί δέν δίνει τόπο στή θεία πρόνοια.
*
Ἀλλ’ αὐτό ἀκριβῶς θέλει νά προλάβη ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν λέει «μή μεριμνᾶτε...». Δέν θέλει νά νεκρώσουμε καί νά ἀχρηστέψουμε τίς δημιουργικές μας δυνάμεις· δέν κηρύττει στούς ἀνθρώπους τήν ὀκνηρία καί τήν ἀπραξία· δέν ὑπόσχεται νά ρίξη ἀπό τόν οὐρανό τό ψωμί καί τό ροῦχο, πού φυσικά μᾶς χρειάζονται. Γιατί κυρίως ἐδῶ στή γῆ, γιά νά συντηρηθοῦμε ὑλικά καί νά ζήσουμε, αὐτά μαζί μέ μιά στέγη μᾶς χρειάζονται· αὐτά τά τρία, πού ἀποτελοῦν αὐτό πού τό λέμε κοινωνικό πρόβλημα. Ἀλλά νά εἶναι τάχα μόνο αὐτές οἱ ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, τό ψωμί, τό ροῦχο καί τό σπίτι, στίς ὁποῖες δίνομε τόν ἑαυτό μας καί γιά τίς ὁποῖες μεριμνοῦμε «τῇ ψυχῇ ἡμῶν», βάζομε δηλαδή ὅλη μας τήν ψυχή;
Γι’ αὐτό λέει ὁ Ἰησοῦς Χριστός «μή μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν». Μήν ἀφιερώνετε δηλαδή ὅλη σας τή φροντίδα, μή δίνετε ὁλόκληρο τόν ἑαυτό σας, μή γινόσαστε δοῦλοι στήν τροφή καί στό ἔνδυμα. Οὔτε νηστικοί καί γυμνοί μπορεῖτε νά μείνετε, μά ὑπάρχουν κι ἄλλες ἀνάγκες σας, γιά τίς ὁποῖες πρέπει νά φροντίστε. Ἐκτός ἀπό τό σῶμα εἶναι καί ἡ ψυχή, κι ἔχει κι αὐτή ἀνάγκες. Ποιός θά μεριμνήση καί ποιός θά φροντίση γι’ αὐτήν, ὅταν ὅλη σας ἡ μέριμνα κι ἡ φροντίδα εἶναι μόνο γιά τό σῶμα; Ἤ μήπως στά τελευταῖα δέν ἀξίζει πιότερο ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα; Ἀλλά καί μ’ ὅλη τή φροντίδα σας γιά τό σῶμα τί μπορεῖτε τάχα νά κάμετε; Λίγο ὕψος νά τοῦ δώσετε δέν τό καταφέρνετε, ὅσο κι ἄν προσπαθάτε, ὅσο κι ἄν ἀγωνιζόσαστε... Αὐτά ὅλα εἶναι τὸ «μή μεριμνᾶτε», ὄχι γιά νά διδαχθοῦμε τήν ἀπραξία καὶ τήν ἀναμελιά, ἀλλά γιά νά πιστεύωμε στή θεία πρόνοια. Μέσα σ’ αὐτή τήν πίστη βρίσκει δικαίωση κάθε κόπος καί κάθε προκοπή τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Θεός θέλησε τόν ἄνθρωπο ἀπάνω στή γῆ μικρό δημιουργό, παντεχνίτη, καλλιτέχνη, κατασκευαστή καί οἰκοδόμο. Οὔτε ὀκνηρό οὔτε ἀργό οὔτε ἀπρονόητο θέλει ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, ἀλλά νά ἐργάζεται καί νά εἶναι ἐπιμελής καί προνοητικός, χωρίς ὅμως νά ξεχνάη ὅτι «ἐάν μή Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες», ἄν ὁ Θεός δέν χτίση τό σπίτι ἄδικα κοπιάζουν ἐκεῖνοι πού τό χτίζουν. Ἄν αὐτό τό λησμονήσουμε καί ἑξαρτήσουμε τό πᾶν ἀπό τή δική μας δύναμη καί ἐργασία, τότε θά ξεχάσουμε πώς ἔχομε ψυχή καί κάποιες ἀνάγκες μέσα μας καί τότε, ὅσο ὑλιστικώτεροι θά γινώμαστε, τόσο περισσότερο θά μεγαλώνη ἡ μέριμνά μας γιά τήν τροφή καί γιά τό ἔνδυμα. Ἔτσι αὐτό πού λέγεται ἐλευθερία ποτέ δέν θά τό καταλάβουν οἱ ἄνθρωποι, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι ὑποδουλωμένοι στίς καθημερινές ἀνάγκες τοῦ σώματος. Γιατί δέν ὑπηρετοῦν ἁπλῶς τό σῶμα καί δέν τό θεραπεύουν, καθώς εἶναι χρέος, ἀλλά δουλεύουν σ’ αὐτό μέ τήν ψυχή τους. Ὁ κύριος δουλεύει στόν ὑπηρέτη! Γιατί αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια· ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι καί τά δυό μαζί, ἡ ψυχή καί τό σῶμα. Ὅμως μέ τό νά μεριμνοῦμε μόνο γιά τό σῶμα, χωρίζομε τόν ἑαυτό μας στά δύο καί κάνομε τήν ψυχή μας ὑπηρέτη στό σῶμα. Ὅσο γιά τήν ἐλευθερία πού εἴπαμε πιό πάνω, πρέπει νά ξέρωμε πώς τήν ἐλευθερία τήν καταλαβαίνουν καί τή ζοῦν μόνο ἐκεῖνοι, πού στέκουν παραπάνω ἀπό τήν ἱκανοποίηση τῶν σωματικών ἀναγκῶν, ἐκεῖνοι πού πιστεύουν καί ξέρουν ὅτι «ἡ ψυχή πλεῖόν ἐστι  τῆς τροφῆς καί τό σῶμα τοῦ ἐνδύματος». Ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν τό συζητάει ἄν ὑπάρχει ἡ ψυχή, κι αὐτό εἶναι σέ μᾶς ἀρκετό. Ἡ ψυχή εἶναι τό ἀποτέλεσμα μέσα στόν ἄνθρωπο ἀπό τό ἐμφύσημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχή ὑπάρχει, καθώς ὑπάρχει καί τό σῶμα, κι εἶναι καί τά δυό μαζί ὁ ἄνθρωπος. Τό καθένα μέ τή θέση του καί τήν ἀξία του· ἡ ψυχή ἀπό τόν οὐρανό, τό σῶμα ἀπό τή γῆ. Στήν κατασκευή τους, πρῶτα το σῶμα κι ὕστερα ἡ ψυχή· στήν ἀξία τους, πρῶτα ἡ ψυχή κι ὕστερά το σῶμα.

Στή ζωή τῶν χριστιανῶν σήμερα παρατηρεῖται αὐτή ἡ ἀντινομία, ὅτι στή θεωρία εἴμαστε πιστοί καί στήν πράξη εἴμαστε ὑλιστές. Στήν προσευχή μας λέμε πώς εἴμαστε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ καί στή ζωή μας δείχνομε πώς εἴμαστε δοῦλοι τοῦ μαμωνᾶ. Στήν πραγματικότητα εἴμαστε δοῦλοι τοῦ μαμωνᾶ, γιατί σέ δυό κυρίους δέν μπορεῖ κανένας νά δουλεύη. Ἡ λεγόμενη θρησκευτικότητά μας κι ὅτι συμμετέχομε στήν κοινή θεία λατρεία καί μάλιστα στίς μεγάλες ἑορτές, αὐτό δέν πείθει γιά τήν ἀληθινή πίστη μας. Καμμιά φορὰ μάλιστα αὐτό συμφέρει καί ἐξυπερετεῖ τό μαμωνισμό μας. Ἡ περίπτωσή μας εἶναι τραγική· λεγόμαστε χριστιανοί, ἀλλὰ ἡ ἰδιοτέλεια, τό ταπεινό συμφέρον, ἡ κερδοσκοπία, ἡ φιλαργυρία, ἡ τοκογλυφία κι ὅλες οἱ ὅμοιες κακίες, μαζί μέ τήν ἀνύσταχτη μέριμνα, δέν λείπουν ἀπό τή ζωή μας. Ὅλη μας ἡ φροντίδα κι ἡ ψυχή μας εἶναι γιά τό σῶμα. Λέμε πώς πιστεύομε στό Θεό καί στήν πατρική του πρόνοια καί δουλεύομε στό μαμωνᾶ. Ἀλλά ὁ Ἰησοῦς Χριστός τό εἶπε καί δέν εἶναι ψέμα, ὅτι «οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καί μαμωνᾷ». Ἀμήν.

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης.

Κυριακή B' Ματθαίου (Ματθαῖος, 4,18-24)

Ἡ αὐριανή εὐαγγελική περικοπή ὁμιλεῖ γιά τήν κλήση τῶν πρώτων Ἀποστόλων. Ὅταν ἦρθε ὁ καιρός γιά νά ἀρχίση τό δημόσιο ἔργο του, τότε ὁ Ἰησοῦς Χριστός κάλεσε κοντά του ἐκείνους, πού θά τούς προετοίμαζε καί θά τούς ἔστελνε γιά νά κηρύξουν στόν κόσμο τό Εὐαγγέλιο. Αὐτό τό μεγάλο καί σπουδαῖο ἔργο ὁ Θεός δέν τό ἀνέθεσε οὔτε στούς σοφούς οὔτε στούς ἰσχυρούς, ἀλλά σέ ἁπλούς καί ἀγράμματους ἀνθρώπους. Γιατί τό Εὐαγγέλιο εἶναι σοφία καί δύναμη Θεοῦ· εἶναι ἀπό μόνο του σοφό καί δυνατό καί δέν χρειάζεται τή σοφία καί τή δύναμη τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ἀπόστολος γράφει ὅτι ὁ Θεός «ἐξελέξατο τά μωρά καί τά ἀσθενῆ του κόσμου... ὅπως μή καυχήσηται πᾶσα σάρξ»[1]· διάλεξε κι ἔκαμε Ἀποστόλους ἀγράμματους κι ἀδύνατους ἀνθρώπους, γιά νά μήν καυχηθῆ κανένας πώς μέ δική του σοφία καί δύναμη νίκησε ὁ Χριστός τόν κόσμο. Μά ἄς ἀκούσωμε στή γλώσσα μας τήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή.
Ἐκεῖνο τόν καιρό διαβαίνοντας ὁ Ἰησοῦς κοντά στή θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δυό ἀδελφούς, τό Σίμωνα πού λέγεται καί Πέτρος καί τόν ἀδελφό του τόν Ἀνδρέα, νά ρίχνουν τά δίχτυα στή θάλασσα· γιατί ἦσαν ψαράδες. Καί τούς λέγει· «Ἐλᾶτε μαζί μου καί θά σᾶς κάμω ψαράδες ἀνθρώπων». Κι αὐτοί ἀμέσως παράτησαν τά δίχτυα καί τόν ἀκολούθησαν. Καί πηγαίνοντας πιό πέρα εἶδε ἄλλους δυό ἀδελφούς, τόν Ἰάκωβο, τό γιό τοῦ Ζεβεδαίου καί τόν ἀδελφό του τόν Ἰωάννη, μέσα στή βάρκα μαζί μέ τόν πατέρα τους τό Ζεβεδαῖο νά ἑτοιμάζουν τά δίχτυα, καί τούς κάλεσε. Κι αὐτοί ἀμέσως παράτησαν τή βάρκα καί τόν πατέρα τους καί τόν ἀκολούθησαν. Καί περιώδευε ὁ Ἰησοῦς ὅλη τή Γαλιλαία καί δίδασκε στίς συναγωγές τῶν Ἰουδαίων, κήρυττε τό Εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί θεράπευε κάθε ἀρρώστια καί κάθε ἀνημπόρια μέσα στό λαό.
Δυό πράγματα μᾶς κάνουν ἐντύπωση σ’ αὐτή τήν εὐαγγελική περικοπή· ἡ ἐργατικότητα τῶν ἀνθρώπων τούς ὁποίους καλεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί ἡ ὑπακοή τους. Ἄς ποῦμε πρῶτα γιά τήν ἐργατικότητα. Καί τούς τέσσερις ὁ Ἰησοῦς Χριστός τούς βρῆκε νά ἐργάζωνται κι ἀπό τήν ἐργασία τούς κάλεσε. Ἦσαν ἄνθρωποι πού κέρδιζαν τό ψωμί τους μέ τόν κόπο τους. Καί δέν εἶναι χωρίς σημασία ὅτι τέτοιους ἀνθρώπους κάλεσε ὁ Χριστός γιά νά τούς κάμη ἀποστόλους. Μαζί μέ τ’ ἄλλα ἦσαν ἄνθρωποι ψημένοι στή δουλειά, ἱκανοί γιά νά ἀντέξουν στούς κόπους καί τίς ταλαιπωρίες τῆς ἱεραποστολῆς. Γιατί μπορεῖ νά μή χρειάζεται ὁ Θεός γιά τό ἔργο του τή σοφία καί τή δύναμη τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά χρειάζεται τόν κόπο τους καί τή θέλησή τους. Ἕνας ἀπό τούς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας λέγει χαρακτηριστικά ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο χωρίς νά τόν ρωτήση, ἀλλά δέν τόν σώζει χωρίς τή θέλησή του. Χρειάζονταν λοιπόν γιά τό ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς, καί πάντα χρειάζονται γιά τήν Ἐκκλησία, ἄνθρωποι πού νά μποροῦν καί νά θέλουνε νά ἐργασθοῦν. Μά καί πάλι, ὅσος κι ἄν εἶναι, ποτέ δέν φτάνει ὁ κόπος τοῦ ἀνθρώπου γιά τό ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὁ Θεός κι ἡ χάρη του, ζητώντας νά ὑπάρχη στόν ἄνθρωπο τό ὅσο αὐτός μπορεῖ, ξέρει νά θεραπεύη τά ἀσθενῆ καί νά ἀναπληρώνη τά ἐλλείποντα. Μήν ἀρνηθῆς ἐσύ νά κάμης ὅ,τι μπορεῖς κι ὁ Θεός θά κάμη γιά σένα ὅ,τι θέλει κι ὅ,τι πρέπει.
Ἀλλά τό νά καλέση ὁ Ἰησοῦς Χριστός γιά ἀποστόλους ἐργατικούς ἀνθρώπους, αὐτό εἶναι μιά τιμή τοῦ Θεοῦ πρός τήν ἐργασία. Κι ἀλήθεια κάθε τίμια ἐργασία εἶν’ εὐλογημένη ἀπό τό Θεό. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἐργάζεται κι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἄνθρωπος ἐδῶ στή γῆ, ἐργάστηκε, γι᾽ αὐτό καί εἶπε· «Ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται κἀγώ ἐργάζομαι»[2]. Πολλοί θαρροῦν πώς ἡ ἐργασία εἶναι καταδίκη καί θέλουν, ἄν εἶναι τρόπος, νά μήν ἐργάζωνται. Ὅμως ἡ ἐργασία εἶναι ὁ κλῆρος καί ἡ τιμή τοῦ ἀνθρώπου. Κάθε τίμιος ἄνθρωπος ἐργάζεται καί προκόβει μέ τόν ἱδρώτα του. Μόνο ἐκεῖνοι πού δέν θέλουν νά ἐργασθοῦν καί φοβοῦνται νά κουρασθοῦν, κάθονται καί συζητοῦν πῶς θά βρεθῆ ἕνας τρόπος νά μήν ἐργάζωνται οἱ ἄνθρωποι καί νά πληρώνωνται καλά. Οἱ χριστιανοί αὐτά δέν τά ξέρουν καί δέν τά ἀκοῦνε. Βλέπουν τόν Ἰησοῦ Χριστό πού ἐργαζότανε, κι ἀκοῦνε τόν Ἀπόστολο πού γράφει · «Εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι μηδέ ἐσθιέτω»[3]. Γι’ αὐτό καί φροντίζουν νά ἔχουν τήν ἐργασία τους καί τό ἐπάγγελμά τους. Ἐπάγγελμα θά πῆ ὑπόσχεση· εἶναι ἡ ὑπόσχεση πού κάθε τίμιος ἄνθρωπος δίνει στό Θεό καί στούς ἀνθρώπους, ὅτι στό βίο του διαλέγει νά κάμη μιά ὡρισμένη ἐργασία. Βέβαια στόν καιρό μας σχετικά μέ τήν ἐργασία καί τό ἐπάγγελμα ἀπασχολοῦν τόν κόσμο πολλά καί μεγάλα προβλήματα, μέ τά ὁποῖα οὔτε θέλομε οὔτε καί μποροῦμε νά ἀσχοληθοῦμε τώρα.
Ἀλλά εἴπαμε πώς αὐτοί, τούς ὁποίους κάλεσε ὁ Ἰησοῦς Χριστός γιά νά τούς κάμη ἀποστόλους, καθώς τό βλέπομε στήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή, ἦσαν καί ἄνθρωποι πρόθυμης ὑπακοῆς. Εἶναι μεγάλο πράγμα ἡ ὑπακοή· ἡ ὑπακοή τῶν μικρῶν πρός τούς μεγάλους, ἡ ὑπακοή τῶν χριστιανῶν στήν Ἐκκλησία, ἡ ὑπακοή τῶν πολιτῶν στούς νόμους τοῦ Κράτους, ἡ ὑπακοή ὅλων, ἀρχόντων καί ἀρχομένων, στό νόμο τοῦ Θεοῦ. Μόλις οἱ ψαράδες ἄκουσαν τό κάλεσμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τά παράτησαν ὅλα καί τόν ἀκολούθησαν. Μά θά τύχη κάποιος νά πῆ· «Ἦταν ὁ Χριστός πού τούς καλοῦσε, κι αὐτοί ἦσαν ἀπό τούς μαθητές τοῦ βαπτιστῆ Ἰωάννη», κι ὁ Ἰωάννης κάθε μέρα ἔδινε μαρτυρία κι ἔδειχνε τόν Ἰησοῦ Χριστό. «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ...»[4]. Ὅμως κι ἐμᾶς ὁ Ἰησοῦς Χριστός μᾶς καλεῖ καί δέν ὑπακούομε καί δέν τόν ἀκολουθοῦμε, κι ἄς ἔχωμε τή μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας καί τή νίκη τῆς πίστεως μέσα σέ δυό χιλιάδες χρόνια. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός «ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις»[5], ὄχι μόνο μέσα σέ σαράντα ἡμέρες ἔδειξε στούς Ἀποστόλους ὅτι ἀναστήθηκε, ἀλλά καί μέσα σέ εἴκοσι αἰῶνες ἔδειξε στόν κόσμο πώς εἶναι ὁ Κύριος καί ὁ Θεός, «ὁ ὤν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος»[6].
Τό Εὐαγγέλιο πού ἀκοῦμε, ὁ Χριστός εἶναι, καί ἡ Ἐκκλησία πού μᾶς ὁμιλεῖ, ὁ Χριστός εἶναι. Καί τώρα δέν μᾶς λέγει νά ἀφήσουμε τήν ἐργασία μας καί τούς γονεῖς μας καί τά παιδιά μας κι ὅ,τι ἔχομε γιά νά τόν ἀκολουθήσουμε. Ἀλλά μᾶς λέγει νά κοιτάζουμε τήν ἐργασία μας, νά φροντίζουμε τούς γονεῖς μας, νά ἀγαπᾶμε τή γυναίκα μας καί τά παιδιά μας, νά ἀγαποῦμε τόν τόπο μας. Ἔρχονται ὅμως κάποιοι κακοί καί πονηροί ἄνθρωποι κι ἐκείνους τούς ἀκοῦμε καί τούς δίνομε τόν ἑαυτό μας. Πιότερη πίστη κι ἐμπιστοσύνη δίνομε σ’ ἐκείνους, πού μᾶς ξεγελοῦν παρά σ’ ἐκείνους πού μᾶς συμβουλεύουν στό καλό. Τόν ἱερέα σου δέν τόν ἀκοῦς, τόν κάθε αἱρετικό καί ψευδοπροφήτη τόν ἀκοῦς. Ὁ ἱερέας σέ καλεῖ στήν Ἐκκλησία, προσεύχεται καί λειτουργεῖ γιά σένα, σέ συμβουλεύει σάν πατέρας, σοῦ κηρύττει τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί σοῦ δείχνει τό δρόμο τῆς προκοπῆς. Τόν ἱερέα λοιπόν δέν τόν ἀκοῦς καί τόν βλέπεις γιά ἐχθρό σου, γιατί ἔτσι σέ δίδαξαν ἐκεῖνοι τούς ὁποίους ἀκοῦς. Μά ὅποια κι ἄν εἶναι ἡ κακή σου γνώμη, ἡ Ἐκκλησία σου, γιατί ἀνήκεις ἀκόμα στήν Ἐκκλησία, δέν θά πάψη νά σέ ἀγαπᾶ καί νά προσεύχεται γιά σένα.

Δυό μεγάλες ἀρετές εἶναι ἡ ἐργασία καί ἡ ὑπακοή· νά ἐργαζώμαστε τό καλό καί νά ὑπακούωμε στό καλό. Κι ἄς μήν πῆ κανείς πώς δέν ξέρει ποιό εἶναι τό καλό. Τό καλό εἶναι ὅ,τι θέλει κι ὅ,τι λέγει ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Τί λέγει μέσα μας, τό γράφει τό Εὐαγγέλιο, τό κηρύττει ἡ Ἐκκλησία. Κανένας δέν θά βρεθῆ γιά νά πῆ πώς δέν τό ξέρει. Τό βλέπομε στή ζωή τῶν Ἁγίων, πού αὐτά τά δυό εἶναι τά γνωρίσματά τους· ἡ ἐργασία καί ἡ ὑπακοή. Τό βλέπομε στό παράδειγμα τῶν πρώτων, πού καλεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός γιά νά τούς κάμη Ἀποστόλους· ἐργάζονταν κι ὅταν τούς κάλεσε ὑπήκουσαν. Θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ τίμια ἐργασία, θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι καί ἡ ὑπακοή. Ἀμήν.




[1] Α' Κορ. 1,27...30.

[2] Ἰω. 5, 17.
[3] Β' Θεσσ. 3, 10.

[4] Ἰω. 1,37.
[5] Πράξ. 1,3.
[6] Ἀποκ. 1,4. 4, 1. 11, 17. 16,5.