Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ΛΟΥΚΑ

'Επισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακὴ Ι´ Λουκᾶ (Λουκᾶς, 13,10-17)
4 Δεκεμβρίου 1983

Χωρὶς ἄλλο πρόλογο καὶ εἰσαγωγή, ἄς ἀκούσωμε σὲ νεοελληνικὴ δημοτικὴ γλώσσα τὸ Εὔαγγελιο, ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία.
«Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ δίδασκε ὁ Ἰησοῦς σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς συναγωγὲς καὶ ἦταν ἡμέρα Σάββατο. Κι ἦταν ἐκεῖ μιὰ γυναίκα, ποὺ ἡ ἀρρώστια τὴν βασάνιζε δεκαοχτὼ χρόνια· ἦταν σκυφτὴ καὶ δὲν μποροῦσε καθόλου νὰ σηκώση τὸ κορμί της. Ὅταν τὴν εἶδε, ὁ Ἰησοῦς τῆς μίλησε καὶ τῆς εἶπε· «Γυναίκα, εἶσαι λυτρωμένη ἀπὸ τὴν ἀρρώστια σου». Ἀκούμπησε ἐπάνω της τὰ χέρια του κι ἀμέσως ἐκείνη ἀνασηκώθηκε καὶ δόξασε τὸ Θεό. Τότε ἀμέσως πῆρε τὸ λόγο ὁ ἀρχισυνάγωγος καὶ μὲ ἀγανάκτηση, ἐπειδὴ ἦταν Σάββατο, ἔλεγε στὸ λαὸ «Ἕξη μέρες εἶναι, στὶς ὁποῖες πρέπει νὰ ἐργαζώμαστε· σ ’ αὐτὲς λοιπὸν νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ θεραπεύεσθε κι ὄχι τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου». Τότε τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Κύριος καὶ τοῦ εἶπε· «Ὑποκριτή! Ὁ καθένας ἀπὸ σᾶς τὸ Σάββατο δὲν λύνει τὸ βόδι του καὶ τὸ γάϊδαρο ἀπὸ τὸ παχνὶ καὶ πάει καὶ τὰ ποτίζει; Κι αὐτὴ ἐδῶ, κόρη τοῦ Ἀβραὰμ πού τὴν ἔδεσε ὁ σατανᾶς δεκαοχτὼ χρόνια, δὲν ἔπρεπε νὰ λυθῆ ἀπὸ τοῦτο τὸ δεσμὸ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου;». Κι ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς ἔλεγε αὐτά, καταντροπιάζονταν ὅλοι οἱ ἐχθροί του, κι ὅλος ὁ λαὸς ἔχαιρε γιὰ ὅλα τα ἔνδοξα ποὺ γίνονταν ἀπ᾽  αὐτόν».
Γιὰ δυὸ πράγματα ἐκεῖνο τὸ Σάββατο βρέθηκε ἡ συγκύπτουσα στὴ συναγωγή· γιὰ νὰ προσευχηθῆ καὶ γιὰ νὰ ἀκούση τὸ θεῖο λόγο. Γι’ αὐτὰ τὰ δύο πῆγε στὴ συναγωγή, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ βρῆ παρηγοριὰ στὴν ταλαιπωρία της. Καὶ δὲν πῆγε βέβαια γιὰ πρώτη φορά, μὰ σήμερα βρῆκε περισσότερο ἀπ᾽ ὅ,τι ἔλπιζε καὶ περίμενε λυτρώθηκε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, ποὺ τὴν βασάνιζε δεκαοχτὼ χρόνια. Δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα, καὶ χρειάζεται πολλὴ πίστη καὶ μεγάλη ἀντοχὴ νὰ σηκώνης δεκαοχτὼ χρόνια τὴν ἀρρώστια καὶ τὸν πόνο σου καὶ νὰ μὴ σοῦ λείπη ἡ ἐλπίδα πὼς κοντὰ στὸ Θεὸ θὰ βρῆς παρηγοριὰ καὶ ξεκούραση. Ὅ,τι καὶ νὰ ποῦμε ἐδῶ θὰ εἶναι λόγια χαμένα, γιατί στὸν καιρὸ μας οἱ ἄνθρωποι γενήκαμε ὅλοι τόσο ἀβάσταγοι, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβωμε τί πάει νὰ πῆ νὰ σηκώνης τὸ σταυρό σου καὶ νὰ ἀκολουθῆς τὸ Χριστό. Κι ὅσοι λέμε πὼς εἴμαστε χριστιανοὶ κάπως ἀλλιῶς ἐννοοῦμε καὶ θέλομε τὴν πίστη μας, τάχα πιὸ συγχρονισμένη καὶ κομμένη στὰ μέτρα τῶν κοινωνικῶν μας ἀντιλήψεων. Τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι βέβαια κοινωνικό, μὰ αὐτὸ ποὺ λέμε κοινωνία θέλει ἀνθρώπους μὲ ἐλεύθερη συνείδηση, καὶ τέτοιους ἀνθρώπους μόνο ὁ σταυρωμένος Χριστὸς κάνει ἀνθρώπους, ποὺ σταυρώνονται μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, γιὰ νὰ ἀναστηθοῦν μαζί του.
Ἐκεῖνο τὸ Σάββατο στὴ συναγωγὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶδε τὴ γυναίκα, μὲ τὸ κυρτωμένο σῶμα καὶ μὲ τὴν ψυχὴ τῆς μέσα της γονατιστή, καὶ τῆς εἶπε· «Γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου»· γυναίκα λυτρώθηκες ἀπὸ τὴν ἀρρώστια σου. Καὶ γιὰ νὰ τῆς δοθῆ μ’ ἕναν αἰσθητὸ τρόπο ἡ θεία δύναμη, ἀκούμπησ’ ἐπάνω της τὰ χέρια του. Ὁ θεῖος λόγος εἶναι συγχρόνως καὶ ἔργο, καὶ ἡ ἄρρωστη γυναίκα ἔγινε ἀμέσως καλά. Τὸ ἴδιο ὅπως καὶ στὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, ποὺ ὁ Θεὸς εἶπε· «Γενηθήτω φῶς» καὶ ἔγινε φῶς. Ἔτσι φανερώνεται καὶ ξεχύνεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Κανένα ἐμπόδιο δὲν μπορεῖ νὰ μπῆ ἀνάμεσα στὸ Θεό, ποὺ ζητάει τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ τὸν σώση καὶ στὸν ἄνθρωπο, ποὺ ζητάει τὸ Θεὸ γιὰ νὰ σωθῆ. Οὔτε τὸ Σάββατο. Γιατί παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα εἶναι ὁ ἄνθρωπος· παραπάνω κι ἀπὸ τὸ νόμο καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ὁ νόμος καὶ οἱ ἐντολὲς καὶ τὸ Σάββατο δόθηκαν ὅλα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, καὶ μέσα στὸ νόμο καὶ τὶς ἐντολὲς ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἄραγε μποροῦμε νὰ ποῦμε τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τοὺς νόμους τῶν ἀνθρώπων κι ὅταν ἀκόμα οἱ νομοθέτες λένε πὼς ἐνδιαφέρονται γιὰ τὸν ἄνθρωπο; Ἀλλά, γιὰ νὰ ἐνδιαφερθῆς εἰλικρινὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, πρέπει νὰ ξέρης τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος· ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος, καὶ τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχή του. Συμβαίνει ὅμως στὸν καιρό μας νὰ εἴμαστε ὅλοι καλοὶ κοινωνιολόγοι καὶ πολὺ κακοὶ ἀνθρωπολόγοι. Μὰ ἡ λεγόμενη κοινωνία δὲν φτιάχνεται, ἂν πρῶτα δὲν φτιάξουμε ἀνθρώπους γιὰ νὰ συγκροτήσουμε κοινωνία, ποὺ αὐτὴ ἡ κοινωνία δὲν θὰ εἶναι ἀνώνυμο κοπάδι, ἀλλὰ ἠθικὸ σῶμα ἐλεύθερων προσώπων. Κάθε νομοθεσία, ποὺ ἀγνοεῖ τὸν ἄνθρωπο σὰν πρόσωπο, ποὺ δὲν θέλει νὰ ξέρει τί πραγματικὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, εἶναι νομοθεσία κακὴ καὶ ἀνελεύθερη.
Πολλὰ ἐμπόδια παρεμβάλλονται, γιὰ νὰ σταματήση κάθε καλό, ποὺ θὰ μπορούσανε νὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι ποὺ δὲν θέλουν βέβαια νὰ καταργήσουν τὸ νόμο, ἀλλὰ νὰ τὸν ξεπεράσουν καὶ νὰ τὸν συμπληρώσουν θετικά. Γιατί ὁ νόμος, ὁ κάθε νόμος, εἶναι πάντα ἀρνητικὸς καὶ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ συμπλήρωση καὶ θετικὴ ἑρμηνεία. Αὐτὸ κάνει πάντα ὁ Ἰησοῦς Χριστός· δὲν καταργεῖ τὸ νόμο, ἀλλὰ τὸν συμπληρώνει καὶ τὸν ἑρμηνεύει γιὰ τὸ συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ὁ νόμος εἶναι πάντα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Τὸ πρῶτο ἐμπόδιο δὲν εἶναι, καθὼς θὰ νόμιζε κανείς, ἡ στενὴ νομικίστικη ἀντίληψη, ἀλλὰ ἡ ὑποκρισία. Νὰ λὲς πὼς ἐνδιαφέρεσαι γιὰ τὸν νόμο, γιατί δὲν θέλεις νὰ εὐεργετήσης τὸν ἄνθρωπο. Νὰ παρασταίνης τὸ φρουρὸ τοῦ θείου νόμου, νὰ κόβεσαι γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νόμο, νὰ φωνάζης καὶ νὰ διαμαρτύρεσαι, γιατί σὲ πῆρε τάχα ὁ πόνος γιὰ τὴν τάξη καὶ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὴν εὐνομία τῆς Πολιτείας καὶ γιὰ τὴν κοινωνικὴ δικαιοσύνη. Γιατί βέβαια ἡ ὑποκρισία δὲν εἶναι μόνο θρησκευτικὴ κακία· ὄχι μόνο στὴν Ἐκκλησία, μὰ καὶ στὴν Πολιτεία ὑπάρχουν πάντα πολλοὶ ὑποκριτές. Αὐτοὶ ποτὲ τους δὲν δούλεψαν καὶ ποτὲ τους δὲν κουράστηκαν καὶ πάντα εἶναι πρῶτοι σὲ κάθε κατάσταση. Ποιὸς προσέχει τοὺς ἄλλους, ποὺ σταυρώνονται κάθε μέρα, ποὺ πεθαίνουν ἐπάνω στὸ χρέος τους, ποὺ τρῶνε τὸ ψωμί τους μὲ ἱδρώτα, ποὺ σκοτώνονται γιὰ τὴν πατρίδα τους, ποὺ θυσιάζονται γιὰ τὴν πίστη τους; Γιατί, ὅσο κι ἂν πληθαίνουν οἱ ὑποκριτές, πάντα ὑπάρχουν οἱ τίμιοι ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι ποὺ κρατᾶνε τὰ μετερίζια τῆς ζωῆς, τὰ ἐκκλησιαστικά, καὶ τὰ πολιτικά, καὶ τὰ κοινωνικά.
Ὁ ἀρχισυνάγωγος ἐκείνη τὴν ἡμέρα στὴ συναγωγή, γιὰ χάρη τοῦ Σαββάτου, ἦταν ἕτοιμος ἂν μποροῦσε νὰ σφάξη καὶ τὸ Χριστὸ καὶ τὴ συγκύπτουσα. Ὅποιος δὲν τὸν ἤξερε θὰ τὸν πίστευε, μὰ ὁ Χριστὸς τὸν ξεσκέπασε καὶ τὸν ἀποστόμωσε. Τὸν εἶπε ὑποκριτή, ψεύτη δηλαδὴ καὶ θεατρῖνο, ποὺ ἄλλος ἦταν κι ἄλλος ἤθελε νὰ φανῆ. Τὸν πονοῦσε τάχα ὁ νόμος κι ἡ ἐντολὴ τοῦ Σαββάτου καὶ δὲν τὸν συγκινοῦσε τὸ καλό, ποὺ τὸ ἔβλεπε μπροστὰ στὰ μάτια του. Ὅλοι οἱ ὅμοιοι στὴν Ἐκκλησία σὰν τὸν ἀρχισυνάγωγο, τὰ ἴδια φωνάζουν πάνται «Πάνω ἀπ᾽ ὅλα εἶναι ὁ νόμος, oἱ ἐντολές, οἱ ἱεροὶ κανόνες, ἡ τάξη καὶ ἡ παράδοση». Ποιὸς τὸ ἀρνήθηκε; Μὰ ὁ νόμος καὶ οἱ ἐντολὲς καὶ οἱ κανόνες εἶναι ὅλα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὅταν ὁ Θεὸς νομοθετῆ, δὲν ἐνδιαφέρεται νὰ προστατέψη τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ νὰ εὐεργετήση τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλὰ ἀλλοίμονο στὸν κόσμο ἀπὸ τοὺς γεμάτους ὑποκρισία φρουροὺς τοῦ νόμου. Τὸ πιὸ ξεκούραστο εἶναι ὁ κάθε ὀκνηρὸς καὶ εὐθυνόφοβος κι ὅποιος τοῦ δόθηκε μιὰ θέση καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ξεπεράση τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ νὰ τὸν ἑρμηνεύση θετικά, νὰ ταμπουρώνεται ὑποκριτικὰ πίσω ἀπὸ τὶς νομικὲς διατάξεις καὶ νὰ μὴν ἀφήνη νὰ γίνη τίποτε καλό. Μὰ ὅταν σκοτώνης τὸν ἄνθρωπο, τί σοῦ χρειάζονται οἱ νόμοι; Ὅταν γκρεμίζης τὴν Ἐκκλησία, τί τοὺς θέλεις τοὺς κανόνες; Ὅταν δὲν ξέρης τὸν ἄνθρωπο, τί ὁμιλεῖς γιὰ τὸ Θεό; Ὅσο γιὰ τὴν τάξη καὶ τὴν παράδοση καὶ τὴν δικαιοσύνη, ὅποιοι τὰ πολυφωνάζουν αὐτὰ μήτε τὰ ξέρουν μήτε τὰ ἔμαθαν μήτε τὰ σεβάστηκαν ποτέ τους.
 Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγάπησε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς κουρασμένους, τοὺς ἄρρωστους, τοὺς φτωχούς, τοὺς ἁμαρτωλούς. Μόνο τοὺς ὑποκριτὲς δὲν ἀγάπησε, γιατί δὲν τὸν ἄφησαν ἐκεῖνοι. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἡ χάρη καὶ ἡ ἀλήθεια, μὰ ἡ χάρη καὶ ἡ ἀλήθεια δὲν πᾶνε ποτὲ μαζὶ μὲ τὴν ὑποκρισία. Γιατί ἡ ὑποκρισία εἶναι ἡ ψευτιὰ καὶ ἡ ἀπάτη καὶ τὸ κάλπικο νόμισμα στὴ ζωή. Νὰ μὴ θαυμάζουμε γιατί φτάσαμε καὶ δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ ζήσουμε καὶ νὰ συνεννοηθοῦμε μεταξύ μας. Εἶναι, γιατί μέσα μας δὲν ὑπάρχει ἀντίκρυσμα σὲ ὅ,τι δείχνομε ἐξωτερικά. Κανένας δὲν μὲ ὑποχρεώνει νὰ βγῶ στὸ δρόμο καὶ νὰ φωνάξω τί μπορεῖ νὰ ἔχω μέσα μου· χαρὰ σὲ μένα, ἂν εἶμαι ἄδολος καὶ τίμιος. Μὰ καὶ κανένας δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ παίζω θέατρο καὶ νὰ ἐξαπατῶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἄς μὴ φωνάζουμε γιὰ τὰ μεγάλα, μόνο ἄς εἴμαστε τίμιοι καὶ εἰλικρινεῖς στὰ μικρά. Ἄς μὴ θέλωμε νὰ προστατέψουμε τὸ Θεό, ὅταν ἀδικοῦμε τὸν ἄνθρωπο. Ὁ Εὐαγγελιστὴς ἐξαρτᾶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἀγάπα λοιπὸν τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ μπορῆς νὰ πῆς πὼς ἀγαπᾶς καὶ τὸ Θεό. Ἀλλὰ ἔμαθες νὰ λὲς πὼς δὲν πιστεύεις στὸ Θεὸ ἀγάπα λοιπὸν τὸν ἄνθρωπο στὸ συγκεκριμένο πρόσωπο τοῦ πλησίον, αὐτὸν ποὺ εἶναι δίπλα σου, γιὰ νὰ μπορῆς νὰ πῆς καὶ νὰ σὲ πιστέψω πὼς ἐνδιαφέρεσαι γιὰ τὴν κοινωνία καὶ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἂν δὲν ἀγαπᾶς τὸν ἄνθρωπο τοῦ σπιτιοῦ σου, τὸ συμπολίτη σου, τὸν καθέναν ποὺ βρέθηκε μπροστά σου κι ἔχει τὴν ἀνάγκη σου, ὅλα τὰ ἄλλα καὶ γιὰ τὸ Θεὸ καὶ γιὰ τὴ δικαιοσύνη καὶ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα καὶ γιὰ τὴν εἰρήνη, ὅλα εἶναι ψέμα καὶ ὑποκρισία. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς ἄς μᾶς φυλάξη ἀπὸ μιὰ τέτοια μεγάλη ἁμαρτία καὶ συμφορά. Ἀμήν.

ὁ Σ.Κ.Δ.

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ ΛΟΥΚΑ

Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακὴ ΙΓ' Λουκᾶ (Λουκᾶς, 18,18-27)
27 Νοεμβρίου 1983


Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία, μᾶς ἀναγκάζει νὰ ὁμιλήσουμε πάλι γιὰ τὸ πάντα ἐπίκαιρο, ἀλλὰ καὶ τὸ πολὺ δύσκολο θέμα τοῦ πλούτου. Ἐπειδὴ εἶναι πολὺ δύσκολο αὐτὸ τὸ θέμα, γι’ αὐτὸ μόνο ἡ ἀνάγκη κάθε φορᾶ μᾶς πιέζει γιὰ νὰ τὸ καταπιαστοῦμε. Καὶ εἶναι δύσκολο, ἐπειδὴ τὸ ἐπερίπλεξαν οἱ ἄνθρωποι, μὲ τὶς διαφορετικὲς γνῶμες ποὺ ἔχουν γι’ αὐτό. Συμβαίνει νὰ εἶναι σήμερα χωρισμένος ὁ κόσμος σὲ δυὸ ἀντίθετα στρατόπεδα, ἐξαιτίας τῆς διαφορετικῆς γνώμης ποὺ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ τὸν πλοῦτο ἤ, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε καλύτερα, γιὰ τὴ διαχείριση τοῦ πλούτου. Ἀλλ’ ἄς ἀκούσωμε πρῶτα μεταφρασμένο στὴ νεοελληνικὴ δημοτικὴ γλώσσα τὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο.
  Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἕνας ἄνθρωπος πλησίασε τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν ρώτησε· «Ἅγιε διδάσκαλε, τί πρέπει νὰ κάμω, γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Γιατί μὲ λὲς ἅγιο; Κανένας δὲν εἶναι ἅγιος παρὰ μόνο ἕνας· ὁ Θεός. Τὶς ἐντολὲς τὶς ξέρεις· δὲν θὰ πειράξης ξένη γυναίκα· δὲν θὰ σκοτώσης·  δὲν θὰ κλέψης· δὲν θὰ πάρης ψεύτικο ὅρκο· νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου»[1]. Κι ὁ ἄνθρωπος ἀπάντησε· «Ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἐτήρησα πιστὰ ἀπὸ τὰ μικρά μου χρόνια». Ὅταν τὰ ἤκουσε αὐτά, ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Ἕν’ ἀκόμα σοῦ λείπει· ὅλα ὅσα ἔχεις, πούλησέ τα, μοίρασέ τα στοὺς φτωχοὺς καὶ θὰ ’χης θησαυρὸ στὸν οὐρανὸ· ὕστερα ἔλα κι ἀκολοῦθα με». Μὰ ὅταν ἄκουσε αὐτά, ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε σὲ μεγάλη λύπη· γιατί ἦταν πάρα πολὺ πλούσιος. Ὅταν τὸν εἶδε ποὺ λυπήθηκε τόσο πολύ, ὁ Ἰησοῦς εἶπε· «Δύσκολα ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα θὰ μποῦν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιατί εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ περάση τὸ παλαμάρι ἀπὸ τὴν τρύπα τῆς βελόνας, παρὰ πλούσιος νὰ μπῆ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Τότε εἶπαν ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ἤκουσαν· καὶ ποιὸς λοιπὸν μπορεῖ νὰ σωθῆ;». Κι ὁ Ἰησοῦς εἶπε· «Τὰ ἀδύνατα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ γιὰ τὸ Θεό.
Αὐτὸ τὸ εὐαγγελικὸ κείμενο, ποὺ εἶναι τόσο ἁπλὸ στὴ διατύπωσή του, γιατί εἶναι ἕνα γεγονὸς κι ὄχι μιὰ θεωρία, ἀποτελεῖ μιὰ πολὺ σαφῆ ἀπάντηση στὸ σύνθετο ἐρώτημα, ποὺ βασανίζει τὸν κόσμο· τί εἶναι ὁ πλοῦτος σὲ σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο; Καὶ τί μπορεῖ νὰ προσφέρη ὁ πλοῦτος στοὺς βαθύτερους πόθους τοῦ ἀνθρώπου; Καὶ πῶς μπορεῖ τέλος πάντων νὰ λυτρωθῆ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ πλούτου; Σ’ αὐτὸ τὸ τριπλὸ ἐρώτημα, ὅσο εἶναι ἴσως εὔκολο νὰ τὸ διατυπώσουμε, τόσο εἶναι δύσκολο νὰ ἀπαντήσουμε. Κι ἡ δυσκολία δὲν εἶναι σ’ ἐμᾶς, γιατί ἐμεῖς δὲν ἔχομε παρὰ νὰ ποῦμε ὅ,τι λέγει ὁ Θεός. Ἡ δυσκολία εἶναι σ’ ἐκείνους ποὺ ἀκοῦνε τὸ λόγο, γιατί πολλὲς φορὲς δὲν θέλουνε νὰ ἀκούσουν τί λέγει ὁ Θεός, ἀλλὰ τί λένε οἱ ἄνθρωποι. Ἀπὸ ἐδῶ ἀρχίζει ἡ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὴν ἀνθρώπινη γνώση καὶ στὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ· ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νὰ μετράη τὴ δύναμή του μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Τί εἶναι λοιπὸν ὁ πλοῦτος σὲ σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο; Εἶναι ὅλα ὅσα μᾶς δίνει ἡ γῆ γιὰ νὰ ζήσουμε. Γιατί ὅ,τι ἔχομε, καὶ χρήματα καὶ κτήματα κι ὅλα τα ἄλλα, ἡ γῆ μᾶς τὰ δίνει. Καὶ μὲ ὅλα ποὺ μᾶς δίνει ἡ γῆ δὲν κάνομε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ζοῦμε. Ὅπως κι ἂν ζῆ ὁ καθένας, ἄλλος ἔτσι κι ἄλλος ἀλλιῶς· ἄλλος χορτάτος κι ἄλλος πεινασμένος· ἄλλος κουρασμένος κι ἄλλος ξεκούραστος· ἄλλος ἔνδοξος κι ἄλλος ἄδοξος· ἄλλος ντυμένος κι ἄλλος γυμνὸς· ἄλλος γερὸς κι ἄλλος ἄρρωστος. Ὅλοι μὲ ὅ,τι μᾶς δίνει ἡ γῆ δὲν κάνομε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ζοῦμε.
Ὅσοι σκέφτονται μόνο ἀνθρώπινα λένε πὺς ἡ γῆ γεννάει καὶ παράγει σύμφωνα μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Φυσικὰ λοιπὸν παράγει ἡ γῆ, φυσικὰ ζοῦν καὶ οἱ ἄνθρωποι. Κάποιοι ἄλλοι σκέφτονται ἀλλιώτικα, σύμφωνα δηλαδὴ μὲ ὅ,τι τοὺς ὑπαγορεύει ἡ ὑγιὴς συνείδηση καὶ μὲ ὅ,τι τοὺς ἀποκαλύπτει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ λοιπὸν πιστεύουν καὶ εἶναι περισσότερο ἀπὸ βέβαιοι ὅτι πίσω ἀπὸ τοὺς λεγόμενους φυσικοὺς νόμους εἶναι οἱ πνευματικοὶ λόγοι, ποὺ διέπουν τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ἐδῶ τώρα εἶναι ποὺ χωριζόμαστε οἱ ἄνθρωποι. Ἐσὺ εἶσαι πλούσιος. Καὶ δὲν ξέρω ποῦ τὰ βρῆκες καὶ πῶς τὰ μάζεψες ὅσα ἔχεις. Καὶ συμβαίνει νὰ ὁμιλῆς καὶ σὺ γιὰ φυσικοὺς νόμους. Καὶ πιστεύεις λοιπὸν πῶς αὐτὴ εἶναι ἡ φυσικὴ τάξη· ἄλλοι νὰ εἶναι πλούσιοι κι ἄλλοι φτωχοὶ· ἄλλοι νὰ εἶναι χορτάτοι κι ἄλλοι πεινασμένοι. Δὲν σὲ ἀδικῶ· αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη σου κι ἔτσι σκέφτεσαι. Κι ὄχι μόνο ἔτσι σκέφτεσαι, ἀλλὰ καὶ κάνεις ὅ,τι μπορεῖς γιὰ νὰ διαιωνίζει μιὰ τέτοια τάξη στὸν κόσμο. Μαζεύεις ὅσα μπορεῖς καὶ μ’ ὅποιον τρόπο μπορεῖς κι ἐλπίζεις στὴν ἀδηλότητα τοῦ πλούτου σου. Γιὰ νὰ σκεφθῆς ἀλλιώτικα, ὅπως δηλαδὴ λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, πρέπει νὰ ξεπεράσης στὸ λογισμό σου τὰ ὅρια τῶν λεγόμενων φυσικῶν νόμων. Ὅταν θὰ δεχθῆς καὶ θὰ καταλάβης ὅτι ὄχι ἡ τυφλὴ φυσικὴ ἀνάγκη, ἀλλὰ φωτισμένος νοῦς καὶ ἐλεύθερη συνείδηση διέπει τὴν κίνηση τοῦ κόσμου καὶ τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, τότε θὰ δῆς ἀλλιώτικα τὰ πράγματα. Τότε θὰ δῆς πὼς ἡ χορτασιὰ ἡ δική σου καὶ ἡ πείνα τοῦ φτωχοῦ δὲν εἶναι τὸ σωστὸ καὶ τὸ δίκαιο. Τότε θὰ δῆς πὼς ὅ,τι δίνει ἡ γῆ δὲν εἶναι μόνο γιὰ σένα, μὰ γιὰ ὅλους ποὺ ζοῦνε ἐπάνω στὴ γῆ. Μόνο μιὰ πίστη ὀρθή μᾶς ἀνοίγει τὰ μάτια, γιὰ νὰ δοῦμε σωστὰ τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή. Γιατί τώρα, χωρὶς νὰ πιστεύωμε στοὺς πνευματικοὺς λόγους τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς, ὁμιλοῦμε γιὰ ἐλευθερία καὶ δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη καὶ γιὰ ὅλα ὅσα ἀποτελοῦν ἀκοίμητους πόθους τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν λαῶν. Καὶ ποῦ θὰ τὰ στηρίξουμε ὅλ’ αὐτά, καὶ πῶς θὰ τὰ ἐξασφαλίσουμε στὸν κόσμο; Ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ εἰρήνη εἶναι γεννήματα, ποὺ τὰ σπέρματά τους τὰ γονιμοποιοῦν μέσα μας ὄχι οἱ φυσικοὶ λεγόμενοι νόμοι, ἀλλὰ οἱ ἀναλλοίωτοι πνευματικοὶ λόγοι, ὁ Θεὸς δηλαδὴ καὶ ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
    Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι ἔφτασαν καὶ δὲν πιστεύουν πιὰ στὸ Θεό. Καὶ παλεύουν γιὰ πράγματα, ποὺ μόνο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τοὺς τὰ ἔμαθε. Ἐκράτησαν τὰ πράγματα καὶ ἀρνιοῦνται τὸ Θεό. Καὶ δὲν εἶναι κάν πράγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα λένε πὼς ἀγωνίζονται οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι. Εἶναι μόνο λέξεις· λέξεις χωρὶς περιεχόμενο, ποὺ τὶς ἐπαναλαμβάνουν ὅλοι κι ὁ καθένας τὶς ἐννοεῖ μὲ δικό του τρόπο. Τὸ ἴδιο, καθὼς ἕνας-ἕνας σκέφτονται οἱ ἄνθρωποι, σκέφτονται καὶ οἱ λαοί, κι ὁ κόσμος ἔχει φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο ἀσυνεννοησίας, σὰν τότε στὸν πύργο τῆς Βαβέλ. Ὅλοι φοβοῦνται μιὰ γενικὴ καταστροφὴ τῆς γῆς, κι ὅλοι γιὰ νὰ τὴν ἀποτρέψουν χρησιμοποιοῦν τὴν ὑλικὴ δύναμη τοῦ πλούτου. Δουλεύουν οἱ ἄνθρωποι, παράγει ἡ γῆ, κι ὅλα ξοδεύονται γιὰ πολεμικοὺς ἐξοπλισμούς. Ἐν τῷ μεταξύ τα δύο τρίτα των κατοίκων τῆς γῆς πεινοῦν καὶ πολλὲς χιλιάδες ἀνθρώπων πεθαίνουν μέσα στὴ στέρηση καὶ τὴν ἐξαθλίωση. Τί κάνει λοιπὸν ὁ πλοῦτος, καὶ πῶς δὲν ἔγινε καλύτερη ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων μὲ τόσα ἀγαθά, ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ποτέ, ἀλλὰ καὶ ποτὲ δὲν ἦσαν τόσο ἄδικα μοιρασμένα; Ἀλλὰ ὁ ὑλικὸς πλοῦτος ὄχι μόνο δὲν κάνει καλύτερη τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὴν χειροτερεύει. Ἀντιστρέφονται οἱ ὄροι, κι ἐνῶ εἶναι ὁ πλοῦτος γιὰ τὸν ἄνθρωπο, γίνεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸν πλοῦτο. Ὑποδουλώνεται ὁ κύριος στὸν ὑπηρέτη. Ὁ Θεὸς εὐλογεῖ, ἀνατέλλει τὸν ἥλιο καὶ βρέχει «ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους»[2]. Καὶ ἡ γῆ γεννάει γιὰ νὰ τρέφωνται καὶ νὰ ἀπολαύουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Κι ὅμως, γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναπηρία τῶν ἀνθρώπων καὶ γιὰ τὴν ἠθική τους ἀνικανότητα, ὁ πλοῦτος γίνεται ἐμπόδιο γιὰ νὰ ζήσουν καλύτερα καὶ κινδυνεύουν ἐξαιτίας του νὰ χαθοῦν. Γιατί, ἂν τὰ ἀγαθά τῆς γῆς εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τότε θὰ πρέπει νὰ τὰ δοῦμε καὶ νὰ τὰ διαχειριστοῦμε σὲ σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο, κι ὄχι μόνο μὲ βάση κάποιους νόμους καὶ κανόνες τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης. Ὁπωσδήποτε μᾶς χρειάζεται νὰ ξέρωμε τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ἀγαπήσουμε, νὰ τὸν τιμήσουμε καὶ νὰ τὸν σεβαστοῦμε. Μὰ ὅλ’ αὐτὰ εἶν’ ἔξω ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τῶν πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν. Αὐτὲς βλέπουν τὸν ἄνθρωπο σὰν οἰκονομικὴ μονάδα καὶ σὰν μέσο, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι σκοπὸς στὴ ζωὴ καὶ πρόσωπο στὸν κόσμο.

Ἀλλὰ μᾶς ἐνδιαφέρει ὁ ἄνθρωπος ὄχι σὰν ἄτομο καὶ ἀριθμητικὴ μονάδα μέσα στὸ σύνολο, ἀλλὰ σὰν πρόσωπο καὶ συγκεκριμένο μέλος μέσα στὸ κοινωνικὸ σῶμα. Ἄλλο ἄτομο κι ἄλλο πρόσωπο· ἄλλο μάζα κι ἄλλο κοινωνία. Τὸ ἄτομο εἶναι οἰκονομικὴ μονάδα, τὸ πρόσωπο εἶναι ἐλεύθερη συνείδηση. Τὸ ἄτομο δουλεύει, γιὰ νὰ μαζεύεται ὁ κόπος του σὲ κάποιο ἀφεντικὸ· ὅποιο κι ἂν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀφεντικό. Τὸ πρόσωπο ἐργάζεται, γιὰ νὰ χαρῆ τὸν κόπο του. Αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ἐργασία εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ ἐλεύθερου ἀνθρώπου, ποὺ ὁ κόπος του γυρίζει σ’ αὐτὸν τὸν ἴδιο, σὰν δίκαιη πληρωμὴ καὶ σὰν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Χαρὰ στον ποὺ τὸ βλέπει ἔτσι, μὰ καὶ ποὺ εἶν’ ἐλεύθερος γιὰ νὰ τὸ ζῆ ἔτσι. Αὐτὸς ξέρει γιατί ἐργάζεται, ξέρει γιατί συνάζει καὶ οἰκονομεῖ τὸν κόπο του καὶ ξέρει πὼς ὅσα ἔχει δὲν εἶναι μόνο γι’ αὐτὸν τὸν ἴδιο· εἶναι καὶ γιὰ κείνους ποὺ θέλουν μὰ δὲν μποροῦν νὰ ἐργασθοῦν, γιὰ τοὺς ἄρρωστους καὶ γιὰ ὅλους τους ἐνδεεῖς. Ἀλλὰ ποῦ τάχα μᾶς ὁδηγεῖ τὸ σημερινὸ κήρυγμα; Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὑλικὸ πλοῦτο τῆς γῆς σὲ σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο δὲν ἔχει τελειωμό. Οἱ ἄνθρωποι δουλεύουν, ἡ γῆ παράγει καὶ ἡ βιομηχανία μετασκευάζει τὰ γεννήματα τῆς γῆς. Μακάρι ὅλ’ αὐτὰ νὰ γύριζαν στὸν ἄνθρωπο· τότε δὲν θὰ λέγαμε ὅτι δουλεύει, ἀλλ’ ὅτι ἐργάζεται. Τώρα ὁ κόπος μας, εἴτε μὲ τὸ ἕνα εἴτε μὲ τὸ ἄλλο οἰκονομικὸ σύστημα, ξοδεύεται σὲ πολεμικὲς παρασκευές, ποὺ θὰ εἶναι ἡ καταστροφὴ κι ὁ ὄλεθρος τῆς γῆς. Εἶναι τὸ μοιραῖο ἀποτέλεσμα, ὅταν δὲν ὑπηρετῆ ὁ πλοῦτος τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ δουλεύη ὁ ἄνθρωπος στὸν πλοῦτο.

Δὲν μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ τὸν ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ πιστεύωμε στὸ  Θεό. Γιατί ἔξω ἀπὸ τὸ Θεὸ δὲν ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος σὰν ἄνθρωπος. Ἔξω ἀπὸ τὸ Θεὸ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ὑπόσταση καὶ προορισμό. Εἶναι ἕνα ἀξιολύπητο ὃν ἐπάνω στὴ γῆ, ποὺ δὲν ξέρει ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ ποῦ πηγαίνει, ποὺ ἀγνοεῖ γιατί καὶ γιὰ ποιὸν μοχθεῖ καὶ πάσχει, ποὺ δὲν τοῦ ἀνήκει ὁ κόπος του καὶ ὁ ἱδρώτας του, ποὺ δὲν ξέρει γιὰ ποιὸν ζῆ καὶ γιὰ ποιὸν πεθαίνει, ποὺ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκούη καὶ νὰ χειροκροτῆ στὶς φωνὲς τοῦ δρόμου καὶ νὰ μὴν μπορῆ νὰ ἀκούη τὴ δική του φωνὴ μέσα του. Γι’ αὐτὸ ἄς μὴ φοβηθοῦμε τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο τὴν ἀθεΐα. Ἀπ’ ὅπου κι ἂν ἔρχεται ἡ ἀθεΐα, εἴτε ἀπὸ τὸ ἕνα εἴτε ἀπὸ τὸ ἄλλο στρατόπεδο τοῦ χωρισμένου σήμερα κόσμου. Ἀφῆστε μέσα στοὺς ἀνθρώπους καὶ μὴν τοὺς ξερριζώνετε τὴν πίστη καὶ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, καὶ μιλῆστε τους γιὰ δικαιοσύνη καὶ γιὰ ἰσότητα καὶ γιὰ ἐλευθερία καὶ γιὰ εἰρήνη καὶ γιὰ ὅλα ὅσα εἶναι ἀλήθειες καὶ ἀγαθά του Θεοῦ. Ἂν πεθάνετε μέσα στοὺς ἀνθρώπους τὸ Θεὸ κι ἂν τοὺς γκρεμίστε τὴν πίστη, μὴν ἐλπίζετε πὼς τότε θὰ ζήσουν οἱ ἄνθρωποι καὶ θὰ μπορέσουνε νὰ κτίσουν τὴ ζωή τους. Γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος γιὰ νὰ ζήση. Μὰ εἶναι πάντα ζήτημα τί θαρροῦμε πῶς εἶναι ζωή· πολλὲς φορὲς ἐκεῖνο ποὺ βλέπομε γιὰ ζωὴ εἶναι θάνατος. Αὐτὸς ὁ νέος του αὐριανοῦ Εὐαγγελίου, μὲ τὸ ἐρώτημά του πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστό, διερμήνευε ἕναν πανανθρώπινο πόθο· «Τί ποιήσας, ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;»[3]. νὰ ξεχωρίσης τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ τὰ πράγματα· νὰ ἐλευθερωθῆς ἀπὸ τὸν ὑλικὸ πλοῦτο. Αὐτὸ βέβαια εἶναι δύσκολο κι ἀκατόρθωτο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ γιὰ κείνους ποὺ θέλουν, τὸ μπορεῖ ὁ Θεός. Ἀμήν.
 Σ.Κ.Δ.






[1] Ἔξ. 20, 12-17. 
[2] Ματθ. 5,45-46.
[3] Λουκ. 18, 19