Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Η Παναγία ως ναός του Θεού

Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. 
Sisto Badalocchio Rosa
Ο Σολομών χτίζει τον Ναό του Θεού στην Ιερουσαλήμ

Χαρακτικό (12.9 x 17.7 cm) με βάση τις νωπογραφίες του Raphael στην ανοιχτή στοά του Βατικανού (1607)Fine Arts Museums of San Francisco
Γ ́ Βασιλειῶν η ́ 1-11Η καθιέρωση του ναού ως κατοικία του Κυρίου
8 «1Όταν, μετά από είκοσι χρόνια, τελείωσε ο Σολομών την οικοδόμηση του Ναού του Κυρίου και του ανακτόρου του, συγκάλεσε όλους τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ στη Σιών για να μεταφέρουν την Κιβωτό της Διαθήκης του Κυρίου από την Πόλη Δαβίδ (δηλαδή τη Σιών), 2τον μήνα Αθανίν.
3Τότε οι ιερείς σήκωσαν την Κιβωτό 4και τη Σκηνή του Μαρτυρίου, καθώς και τα ιερά σκεύη που υπήρχαν μέσα στη Σκηνή. 5Ο βασιλιάς και όλη η συνάθροιση των Ισραηλιτών βάδιζαν μπροστά από την Κιβωτό και παράλληλα θυσίαζαν αναρίθμητα πρόβατα και βόδια.
6Στη συνέχεια, οι ιερείς έφεραν την Κιβωτό στη θέση που είχαν ετοιμάσει γι ̓ αυτήν στο άδυτο του Ναού, στα Άγια των Αγίων, κάτω από τις φτερούγες των χερουβίμ. 7Τα χερουβίμ είχαν απλωμένες τις φτερούγες τους πάνω από το μέρος όπου τοποθετήθηκε η Κιβωτός, ώστε να σκεπάζουν την Κιβωτό και τα ιερά της αντικείμενα. 8Οι δοκοί της κιβωτού εξείχαν και οι άκρες τους φαίνονταν από τα Άγια που βρίσκονταν μπροστά από τα Άγια των Αγίων, αλλά δεν φαίνονταν έξω από τον Ναό. 9Μέσα στην Κιβωτό δεν υπήρχε τίποτε άλλο, παρά μόνον οι δύο λίθινες πλάκες, τις οποίες είχε τοποθετήσει εκεί ο Μωυσής στο Χωρήβ, οι πλάκες της Διαθήκης που είχε συνάψει ο Κύριος με τους Ισραηλίτες μετά την έξοδό τους από τη χώρα της Αιγύπτου.
 10Όταν οι ιερείς βγήκαν από τα Άγια, μια νεφέλη κατέκλυσε τον Ναό. 11Έτσι, οι ιερείς δεν μπορούσαν να παραμείνουν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, εξαιτίας της νεφέλης, καθώς η δόξα του Κυρίου είχε κατακλύσει τον Ναό».

Το δεύτερο ανάγνωσμα του Εσπερινού της 21ης  Νοεμβρίου, ημέρας που, σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είναι αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου, προέρχεται από το τρίτο βιβλίων των Βασιλειών και αναφέρεται στα εγκαίνια του ναού της Ιερουσαλήμ από τον βασιλιά Σολομώντα το 955 π.Χ. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Σολομών (965 – 926 π.Χ.) χρησιμοποίησε για την κατασκευή του Ναού τα καλύτερα υλικά (ξύλα από κέδρο του Λιβάνου και κυπαρίσσι, χρυσό, ασήμι, χαλκό και τεράστιες πελεκητές πέτρες) και τους καλύτερους τεχνήτες, οι οποίοι διακόσμησαν τους τοίχους του Ναού με περίτεχνα χερουβίμ, φοίνικες και λουλούδια, ενώ κάλυψαν τα πάντα, ακόμα και το πάτωμα, με χρυσό (3Βα κεφ 7).
Όταν πλέον οι εργασίες ολοκληρώθηκαν, ο Σολομών συγκάλεσε μια πάνδημη συνάθροιση και με μια λαμπρή πομπή και θυσίες αναρίθμητων ζώων μετέφεραν το ιερότερο λατρευτικό αντικείμενο του αρχαίου Ισραήλ, την Κιβωτό της Διαθήκης, που περιείχε τις πλάκες του Νόμου και που ως εκείνη την ώρα φυλαγόταν σε μια Σκηνή, στον Ναό. Η Κιβωτός τοποθετήθηκε στο εσώτερο μέρος του Ναού, στα Άγια των Αγίων, κάτω από τα φτερά δύο τεράστιων χερουβίμ που ήταν κατασκευασμένα από ξύλο ελιάς και καλυμμένα με χρυσάφι. Και τότε:
Μια νεφέλη κατέκλυσε τον Ναό κι έτσι, οι ιερείς δεν μπορούσαν να παραμείνουν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, εξαιτίας της νεφέλης, καθώς η δόξα του Κυρίου είχε κατακλύσει τον Ναό (3Βα η ́ 10-11).
Σε πλήθος χωρίων της Παλαιάς Διαθήκης η παρουσία του Θεού σε κάποιον τόπο δηλώνεται με την εμφάνιση μιας νεφέλης. Νεφέλη οδηγεί τους Ισραηλίτες έξω από την Αίγυπτο και τους προστατεύει από τους διώκτες τους (Εξο ιδ ́ 19-20), νεφέλη καλύπτει την κορυφή του όρους Σινά όταν “κατέρχεται” εκεί ο Θεός για να δώσει στον Μωυσή τις 10 εντολές (Εξο κδ ́ 15-18) και νεφέλη καλύπτει τη Σκηνή του Μαρτυρίου και καθοδηγεί τους Ισραηλίτες καθ ̓ όλη τη διάρκεια των περιπλανήσεών τους στην έρημο (Εξο μ ́ 34-38· πρβλ Αρι θ ́ 15-21). Ακριβώς όπως πριν από 300 περίπου χρόνια στην έρημο του Σινά ο Θεός ήταν συνεχώς παρών ανάμεσα στον λαό του, έτσι και τώρα έρχεται να “εγκατασταθεί” στον Ναό της Ιερουσαλήμ.
Ο ναός που έχτισε ο βασιλιάς Σολομώντας καταστράφηκε το 586 π.Χ. μαζί με ολόκληρη την πόλη από τους Βαβυλώνιους. Μεταξύ 520 και 515 π.Χ., όταν η Ιουδαία ήταν πλέον μια μικρή επαρχία της Περσικής Αυτοκρατορίας, ξαναχτίστηκε ένας δεύτερος ναός αλλά πολύ μικρότερων διαστάσεων από τον διοικητή Ζοροβάβελ. Τέλος, κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, από την εποχή του Ηρώδη του Μεγάλου (37 – 4 π.Χ.) και εξής άρχισε να χτίζεται ένας πολύ μεγλοπρεπέστερος ναός που όμως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς το 70 μ.Χ. καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Ρωμαίους όταν κατέστηλαν την εναντίον τους ιουδαϊκή επανάσταση. Παρά τις αλλεπάλληλες καταστροφές όμως, η σημασία του λόφου της Σιών, πάνω στον οποίο ήταν χτισμένος ο Ναός, ως τόπου παρουσίας του Θεού δεν έσβησε ποτέ.
Κοινό χαρακτηριστικό όλων σχεδόν των αρχαίων πολιτισμών ήταν η αντίληψη ότι οι θεοί κατοικούσαν ταυτόχρονα στον ουρανό και στους ναούς που ήταν αφιερωμένοι σ’ αυτούς. Έτσι, ο ναός αποτελούσε τον χώρο όπου η διαφορά μεταξύ ουρανού και γης αίρεται, οπότε όποιος εισερχόταν στον ναό, βρισκόταν ταυτόχρονα μπροστά στον ουράνιο θρόνο του θεού. Στον χώρο του ναού συντελείτο μια υπέρβαση των κατηγοριών του γήινου και του ουράνιου, καθώς τα όρια μεταξύ επίγειου και ουράνιου κόσμου σχετικοποιούνταν. Έτσι, ο ναός αποτελούσε, κατά τις αντιλήψεις των αρχαίων, ένα κομμάτι γης που έφτανε μέχρι τον ουρανό ή, αντίθετα, ένα κομμάτι ουρανού που άγγιζε τη γη.
Ακριβώς επειδή ο χώρος του ναού ήταν συνδεδεμένος με τέτοιες παραστάσεις, απαγορευόταν στους πιστούς να εισέρχονται σ’ αυτόν. Στο εσώτερο μέρος του ναού του Σολομώντα εισερχόταν μόνον ο αρχιερέας μια φορά τον χρόνο για να ραντίζει τον χώρο με το αίμα της θυσίας που προσφερόταν στην αυλή (Εβρ θ ́ 7). Αυτή την αυστηρή οριοθέτηση του χώρου όπου κατοικεί η θεότητα από τον χώρο όπου κατοικούν οι άνθρωποι κατάργησε ο Ιησούς Χριστός με την ενανθρώπισή του. Καθώς ο Θεός έγινε άνθρωπος και ήρθε να κατοικήσει μεταξύ των ανθρώπων, κατάργησε κάθε διαχωριστικό μεταξύ θείου και ανθρώπινου.
Με την ενανθρώπιση του Θεού ολόκληρος ο κόσμος έγινε πλέον ένας ναός όπου όλοι οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα της άμεσης επικοινωνίας με τον Θεό. Έτσι, ο χριστιανικός ναός συμβολίζει με την αρχιτεκτονική του το σύμπαν και κάθε μέρος του ένα τμήμα του κόσμου. Το δάπεδο συμβολίζει τη γη πάνω στην οποία κατοικούν οι άνθρωποι. Η οροφή συμβολίζει τον ουρανό και γι’ αυτό στο κέντρο της εικονογραφείται πάντοτε ο Παντοκράτορας, η εικόνα δηλαδή του Χριστού, ο οποίος παριστάνεται συνήθως σε μια μέση ηλικία -ούτε νέος ούτε γέρος- για να δείξει την ένωση του Υιού με τον Πατέρα. Το αρχιτεκτονικό τμήμα του ναού που συνδέει το δάπεδο με την οροφή, που συνδέει, δηλαδή, τη γη με τον ουρανό, είναι η κόγχη του ιερού. Αυτός είναι ο λόγος που στο σημείο αυτό εικονογραφείται σχεδόν πάντα η Παναγία. Για να καταδειχτεί ότι χάρη στη συμβολή αυτού του φτωχού κοριτσιού από την Παλαιστίνη έγινε δυνατή η ένωση του ουρανού με τη γη.
Αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα της γιαρτής των Εισοδίων της Θεοτόκου στον Ναό. Το ιστορικό υπόβαθρο της γιορτής αυτής βρίσκεται στη βυζαντινή περίοδο. Στα Ιεροσόλυμα, στη θέση όπου παλιότερα βρισκόταν ο περίφημος ναός του Σολομώντα, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έχτισε μια μεγάλη βασιλική προς τιμήν της Παναγίας που ονομάστηκε «Αγία Μαρία η Νέα» ή «Νέα Εκκλησία». Τα εγκαίνια της εκκλησίας αυτής έγιναν στις 20 Νοεμβρίου του 543 μ.Χ. και η ανάμνησή τους γιορτάζονταν κάθε χρόνο στις 21 Νοεμβρίου με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Τον ζ ́ αιώνα, η πανήγυρη αυτή συνδέθηκε με μια αρχαία χριστιανική παράδοση, σύμφωνα με την οποία η Παναγία σε ηλικία 3 ετών αφιερώθηκε από τους γονείς της στον ναό του Θεού, τα Άγια των Αγίων του οποίου, βρίσκονταν στο ίδιο ακριβώς σημείο, όπου είχε χτιστεί η νέα εκκλησία. Μια σειρά από συμβολισμούς και εικόνες, που όμως, όταν ερμηνευτούν σωστά, συνοψίζουν όλη τη θεολογία της Εκκλησίας.
Η εικόνα της Μαρίας που εισέρχεται στον ναό περιγράφει με τον πιο παραστατικό τρόπο τον ρόλο της στην ιστορία της σωτηρίας του ανθρώπινου γένους. Αν ο ναός της Ιερουσαλήμ συμβόλιζε τον τόπο κατοικίας του Θεού, στα σπλάχνα της Μαρίας κατοίκησε πραγματικά ο Θεός. Αν ο ναός της Ιερουσαλήμ συμβόλιζε τον ουράνιο θρόνο του Θεού, η Μαρία καθίσταται πραγματικός θρόνος του και δίκαια ο υμνογράφος της γιορτής των Εισοδίων την ταυτίζει με τον ουρανό:
Χαίρει ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆτὸν οὐρανὸν τὸν νοητὸν πορευόμενον ὁρῶντες εἰς θεῖον οἶκον ἀνατραφῆναι σεπτῶς.
Και αν, τέλος, ο ναός της Ιερουσαλήμ ως τόπος κατοικίας του Θεού ήταν για τους Ιουδαίους άγιος, δίκαια η Μαρία αποκαλείται από τους χριστιανούς “Παναγία”. Με την εικόνα της εισόδου της Μαρίας στον ναό του Θεού δηλώνεται σαφέστατα η κατάργηση των διαχωριστικών ορίων μεταξύ ουράνιου και επίγειου κόσμου που επιτεύχθηκε με τη σταυρική θυσία και την ανάσταση του Χριστού. Τώρα πια όλοι έχουν τη δυνατότητα να γίνουν πολίτες του ουρανού. Όμως αυτή η δυνατότητα, αυτή η χάρη που έκανε ο Θεός στους ανθρώπους, δεν είναι απαλλαγμένη από υποχρεώσεις. Εφόσον όλος ο κόσμος, όπως αναφέρθηκε, έγινε ένας ναός του Θεού, δεν είναι δυνατόν να συμπεριφέρεται κανείς διαφορετικά στην καθημερινή του ζωή και διαφορετικά τις Κυριακές μέσα στην εκκλησία. Αν στην εκκλησία έρχεται κανείς για να δοξάσει τον Θεό, το ίδιο οφείλει να κάνει και με όλες τις πράξεις του στην καθημερινή του ζωή.