Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Πεντηκοστή

Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς


+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Ὕστερ᾽  ἀπό τό μυστικό δεῖπνο, ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐκεῖ πού ὡμιλοῦσε στούς Ἀποστόλους, τούς εἶπε γιά τόν Παράκλητο·  «Θά παρακαλέσω», εἶπε, «τόν Πατέρα καί θά σᾶς δώση ἄλλον παράκλητο, γιά  νά μένη μαζί σας στόν  αἰώνα». Κι ὕστερα πάλι ἀπό τήν Ἀνάσταση ὁ Κύριος ἔδωκε παραγγελία πρός τούς Ἀποστόλους καί τούς εἶπε· «Καθῆστε στήν πόλη Ἱερουσαλήμ, μέχρι πού  νά ὁπλισθῆτε δύναμη ἀπό τόν οὐρανό». Πενήντα λοιπόν ἡμέρες μετά τήν Ἀνάσταση ἦλθε στούς Ἀποστόλους τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί εἶναι αὐτό τό γεγονός, πού ἑορτάζει αὔριο ἡ Ἐκκλησία, καθώς τό ἱστορεῖ ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καί θά τό ἀκούσωμε στόν  Ἀπόστολο τῆς θείας Λειτουργίας. Ἀλλά καί τό Εὐαγγέλιο πού διαβάζεται αὔριο γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα ὁμιλεῖ κι ἅς τό ἀκούσωμε τώρα μεταφρασμένο στή γλώσσα μας.

Τήν τελευταία καί μεγάλη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, στάθηκε ὁ Ἰησοῦς καί φώναξε δυνατά καί εἶπε· «Ὅποιος διψᾶ ἄς ἔλθη σέ μένα κι ἄς πιῆ. Ὅποιος πιστεύει σέ μένα, καθώς τό εἶπε ἡ γραφή, ποταμοί ζωντανό νερό θά τρέξουν ἀπό μέσα του». Καί τό εἶπε αὐτό γιά τό Πνεῦμα, πού θά ἔπαιρναν ἐκεῖνοι πού θά πίστευαν σ’ αὐτόν· γιατί ἀκόμα δέν ἦταν Ἅγιο Πνεῦμα στούς ἀνθρώπους, ἐπειδή ὁ Χριστός δέν εἶχε ἀκόμα δοξασθῆ. Πολλοί λοιπόν ἀπό τό λαό, ὅταν ἄκουσαν τό λόγο, ἔλεγαν· «Αὐτός εἶναι στ’ ἀλήθεια ὁ προφήτης». Ἄλλοι ἔλεγαν· «Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός». Ἄλλοι ἔλεγαν «Μήν τάχα ὁ Χριστός ἔρχεται ἀπό τή Γαλιλαία; δέν τό εἶπε ἡ γραφή πῶς ὁ Χριστός ἔρχεται ἀπό τή γενιά τοῦ Δαβίδ κι ἀπό τό χωριό Βηθλεέμ, ἀπ’ ὅπου ἦταν ὁ Δαβίδ;». Διχάσθηκαν λοιπόν οἱ γνῶμες γι’ αὐτόν ἀνάμεσα στό  λαό. Καί μερικοί ἀπ’ αὐτούς ἤθελαν νά τόν πιάσουν, μά κανένας δέν ἅπλωσε χέρι ἐπάνω του... Ἦλθαν λοιπόν οἱ ὑπηρέτες στούς ἀρχιερεῖς καί Φαρισαίους κι ἐκεῖνοι τούς  εἶπαν· «Γιατί δέν τόν φέρατε;». Ἀποκρίθηκαν οἱ ὑπηρέτες· «Ποτέ δέν μίλησε ἔτσι ἄνθρωπος, σάν κι αὐτός ὁ ἄνθρωπος!». Τούς  ἀποκρίθηκαν τότε οἱ Φαρισαῖοι· «Μήπως καί σεῖς πλανηθήκατε; Μήπως κανένας ἀπό τούς  ἄρχοντες ἤ ἀπό τούς  Φαρισαίους πίστεψε σ’ αὐτόν; Ἀλλά βέβαια αὐτός ὁ λαός, πού δέν ξέρουν τό νόμο, εἶναι καταραμένοι». Τούς  λέγει τότε ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὁ Νικόδημος, ἐκεῖνος πού πῆγε καί συναντήθηκε νύχτα μέ τόν Ἰησοῦ· «Μήπως ὁ νόμος μας κρίνει τόν ἄνθρωπο, ἄν πρῶτα δέν ἀκούση ἀπό τόν ἴδιο καί μάθη τί κάνει;». Τοῦ ἀποκρίθηκαν καί τοῦ εἶπαν· «Μήπως καί σύ εἶσαι ἀπό τή Γαλιλαία; Ψάξε λοιπόν καί δές ὅτι προφήτης ἀπό τή Γαλιλαία δέν θά βγῆ». Καί πῆγε ὁ καθένας στό  σπίτι του. Τούς  μίλησε πάλι ὁ Ἰησοῦς καί τούς  εἶπε· «Ἐγώ εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὅποιος μέ ἀκολουθεῖ δέν θά περπατήση ποτέ στό  σκότος, ἀλλά θά ἔχη τό φῶς τῆς ζωῆς».


Μυστήριο βαθύ καί ἀνερμήνευτο εἶναι ὁ Θεός. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου δέν φτάνει  νά τόν χωρέση καί  νά τόν καταλάβη. Ἄν ἔφτανε, τότε ὁ Θεός δέν θά ὑπῆρχε. Ἄν τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ χωροῦσε στό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τότε ὁ ἄνθρωπος θά ἦταν πιό μεγάλος ἀπό τό Θεό, καί δέν θά χρειαζότανε λοιπόν ὁ Θεός. Μά ἐμεῖς, κι ἄν δέν μποροῦμε  νά ἐννοήσουμε τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, ὅμως αἰσθανόμαστε τό Θεό μέσα μας καί τόν βλέπομε στά ἔργα του καί τόν καταλαβαίνομε ἀπό πάνω μας. Κάποιοι φτάνουν στό ἀντίθετο συμπέρασμα· μιά καί δέν βλέπουν καί δέν καταλαβαίνουν τό Θεό, ἀρνιοῦνται λοιπόν καί τήν ὑπαρξή του. Ἡ θεία Γραφή αὐτούς τούς χαρακτηρίζει παράφρονες- «Εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδία αὐτοῦ οὐκ ἔστι Θεός...». Τό Θεό δέν τόν εἶδε κανένας κι οὔτε μπορεῖ  νά τόν δῆ. Κάποτε κάποιος πού πέταξε ὥς τά ἄστρα, εἶπε πώς δέν εἶδε πουθενά τὸ Θεό. Μά ἦταν φυσικό· ὅποιος δέν ἔχει μέσα του καί δέν βλέπει τό Θεό, κι ἄς μήν τόν καταλαβαίνη, δέν τόν βρίσκει καί δέν τόν βλέπει πουθενά. Οἱ Πρωτόπλαστοι, οἱ Πατριάρχες, οἱ Προφῆτες ἄκουσαν τή φωνή τοῦ Θεοῦ καί μίλησαν μαζί του, μά τό πρόσωπό του δέν τό εἶδαν. Ὁ ἴδιος εἶπε στό Μωυσῆ· «Οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τό πρόσωπόν μου οὐ γάρ μή ἴδῃ ἄνθρωπος τό πρόσωπόν μου καί ζήσεται». Δέν θά μπορέσης  νά μέ  δῆς κατά πρόσωπο, γιατί δέν ἀντέχει ἄνθρωπος  νά δή τό πρόσωπό μου.
Μά ὁ κόσμος εἶδε τό Θεό, ὅταν ὁ Θεός «ἐφανερώθη ἐν σαρκί», στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶπε· «Ὁ ἑωρακὼς ἐμέ ἑώρακε καί τόν πατέρα μου». Ὁ Ἰησοῦς Χριστός φανέρωσε στούς ἀνθρώπους τόν ἀληθινό Θεό· «ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» γράφει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης. Ὄχι μόνο μέ  τό λόγο, γιατί πάλι δέν θά καταλάβαιναν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά καί μέ  γεγονότα. Ἔτσι λοιπόν, ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός βαπτιζότανε στόν  Ἰορδάνη ποταμό, ἀποκαλύφθηκε τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδας· ὁ Πατέρας ὡμιλοῦσε ἀπό τόν οὐρανό, ὁ Υἱός βαπτιζότανε στόν  ποταμό, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα φάνηκε  νά κατεβαίνη «ἐν εἴδει περιστερᾶς». Τότε, καθώς λέγει τό τροπάριο, «ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις». Ἄν δέν ἐρχόταν ὁ Θεός ἄνθρωπος στή γῆ, ἐμεῖς δέν θά μπορούσαμε  νά ξέρωμε γιά τόν Πατέρα καί γιά τόν Υἱό καί γιά τό ἅγιο Πνεῦμα. Ὄχι  νά καταλάβωμε τί εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά  νά ξέρωμε πώς ὁ ἀληθινός Θεός εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα· «Τριάδος ἡ φανέρωσις ἐν Ἰορδάνῃ γέγονε» ψάλλει ἡ Ἐκκλησία στήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων.
Τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ὄχι μόνο φανερώθηκε τό ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλά καί ἦλθε στούς ἀνθρώπους μέσα στήν Ἐκκλησία. Στήν ἀρχή τῆς αὐριανῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς λέγεται χαρακτηριστικά ὅτι «οὔπω ἦν Πνεῦμα ἅγιον», δέν ἦταν ἀκόμα τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς ἀνθρώπους. Τό ἑκούσιο Πάθος, πού εἶναι ἡ δόξα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί ἡ ἀνάστασή του ἄνοιξαν τόν οὐρανό κι ἔφεραν τούς ἀνθρώπους σέ ἐπικοινωνία μέ τό Θεό. Ἡ «κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»1, ὅπως ἀκοῦμε στή θεία Λειτουργία, εἶναι ἡ σχέση τῶν ἀνθρώπων μέ  τό Θεό καί γίνεται μέ  τό ἅγιο Πνεῦμα, πού ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα καί πέμπεται στόν κόσμο ἀπό τόν Υἱό, καθώς μαρτυροῦν τά θεόπνευστα κείμενα τῆς θείας Γραφῆς. Τό ἅγιο Πνεῦμα μᾶς ὁδηγεῖ στόν  Υἱό καί ὁ Υἱός μᾶς προσάγει στόν  Πατέρα κι ὅπως τό διατυπώνει ὁ μέγας Βασίλειος· «Ἀπό τοῦ ἑνός ἁγίου Πνεύματος ἐπί τόν ἕνα Υἱόν καί ἀπό ἑνός Υἱοῦ ἐπί τόν ἕνα Πατέρα». Αὐτές εἶναι βασικές ἀλήθειες τῆς πίστεως, πού δέν πρέπει  νά τίς ἀγνοοῦμε, ἄν καί δέν μποροῦμε τώρα  νά τίς ἀναπτύξουμε περισσότερο.
Τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, γράφει ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ἐκεῖ πού ἦσαν συναγμένοι οἱ Ἀπόστολοι, ξαφνικά ἀκούσθηκε ἀπό τόν οὐρανό,  σάν καί  νά φυσοῦσε δυνατός ἀέρας, πού μπῆκε καί γέμισε ὅλο τὸ σπίτι ἐκεῖ πού κάθονταν οἱ Ἀπόστολοι. Τήν ἴδια ὥρα φάνηκαν  νά ξεχωρίζουν πάνω ἀπό κάθε Ἀπόστολο γλῶσσες σάν ἀπό φωτιά, κι ἀμέσως γέμισαν ὅλοι μέσα τους ἀπό ἅγιο Πνεῦμα κι ἄρχισαν ὁ καθένας  νά λαλοῦν σέ ξένες γλῶσσες. Τότε ἐκπληρώθηκε ὁ λόγος τοῦ Προφήτη Ἰωήλ· «...ἐκχεῶ ἀπό τοῦ Πνεύματός μου ἐπί πᾶσαν σάρκα...»1, θά ξεχύσω τό Πνεῦμα μου σέ κάθε ἄνθρωπο. Τότε πραγματοποιήθηκε ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή «Ὅποιος πιστεύει σέ μένα... ποταμοί ζωντανό νερό θά τρέξουν ἀπό μέσα του». Καί τότε ἐκπληρώθηκε ἡ ὑπόσχεση τοῦ θείου Διδασκάλου πρός τούς μαθητές του, ὅτι θά ὁπλισθοῦν δύναμη ἀπό τόν οὐρανὸ καί ὅτι θά τούς στείλη τό ἅγιο Πνεῦμα, γιά  νά μένη μαζί τους καί  νά τούς ὁδηγῆ σέ ὅλη τήν ἀλήθεια. Ἀπό τότε οἱ Ἀπόστολοι βαπτίσθηκαν στή φωτιά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κι ἔγιναν ἄλλοι ἄνθρωποι. Ἀπό κείνη τήν ἡμέρα τὸ ἅγιο Πνεῦμα μένει μαζί μας καί «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας». Ἀπό τότε σέ κάθε χειροτονία ἱερέα, σέ κάθε σύναξη τῶν πιστῶν καί θεία Λειτουργία καί σέ κάθε θεῖο Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας «Πεντηκοστήν ἑορτάζομεν καί Πνεύματος ἐπιδημίαν».

Ὅταν μέ  τό ἅγιο Βάπτισμα γινώμαστε τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, τότε σφραγιζόμαστε μέ  τή σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· παίρνομε τό σημάδι πώς εἴμαστε χριστιανοί, πώς διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχομε μέσα μας τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ δροσιά, πού ποτίζει τήν ψυχή μας· τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ φωτιά, πού μᾶς καθαρίζει τή συνείδηση, τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τό φῶς, πού μᾶς φωτίζει τό νοῦ. Μά δέν εἶναι τρόπος  νά ποῦμε γιά ὅλες τίς δωρεές καί γιά ὅλους τοὺς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά καί ἡ εἰρήνη · ἡ μακροθυμία, ἡ τιμιότητα καί ἡ καλωσύνη· ἡ πίστη, ἡ πραότητα καὶ ἡ ἀγάπη. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι «τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας… ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός». Ἀμήν.

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων (Ἰω. 17, 1-14)



+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Ἡ αὐριανή εὐαγγελική περικοπή, πού διαβάζεται στή θεία Λειτουργία, εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὕστερ’ ἀπό τό μυστικό Δεῖπνο, ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὡμίλησε πρός τούς Ἀποστόλους καί τούς ἔδωκε τίς τελευταῖες του ὑποθῆκες. Μετά τήν ὁμιλία του ὁ αἰώνιος καί Μέγας Ἀρχιερέας τῆς Ἐκκλησίας, «ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμούς αὐτοῦ εἰς τόν οὐρανόν...», σήκωσε τά μάτια του στόν οὐρανὸ κι ἄρχισε νά ὁμιλῆ μέ τόν οὔρανιο Πατέρα. Ἡ ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι καί τά δύο· καί προσευχή καί «διάλεξις», καθώς ἑρμηνεύουν οἱ ἱεροί Πατέρες. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός σάν ἄνθρωπος προσεύχεται στό Θεό, καί σάν Υἱός συνομιλεῖ μέ τόν Πατέρα.

«Ἐκεῖνο τόν καιρό σήκωσε ὁ Ἰησοῦς τά μάτια του στόν οὐρανὸ καί εἶπε· «Πατέρα, ἦλθε ἡ ὥρα· δόξασε τόν υἱό σου, κι ὁ υἱός σου θά  σέ δοξάση, μέ τήν ἐξουσία πού τοῦ ἔδωκες ἐπάνω σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους νά δώση στόν καθέναν ἀπ’ αὐτούς ζωή αἰώνιο. Κι αὐτή εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή, νά γνωρίσουν ἐσένα, πού εἶσαι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός, καί τόν Ἴησου Χριστό πού ἔστειλες στόν κόσμο. Ἐγώ  σέ δόξασα στή γῆ, τέλειωσα τό ἔργο πού μοῦ ἔδωκες νά κάμω· καί τώρα δόξασέ με σύ, Πατέρα, μέ κείνη τή δόξα πού εἶχα κοντά σου πρίν κτίσεως κόσμου. Ἐφανέρωσα τό ὄνομά σου στούς ἀνθρώπους, πού μοῦ ἔδωκες ἀπό τόν κόσμο· δικοί σου ἦσαν καί τούς ἔδωκες  σέ μένα κι αὐτοί φύλαξαν τό λόγο σου. Τώρα κατάλαβαν πώς ὅλα ὅσα δόθηκαν  σέ μένα εἶναι ἀπό σένα γιατί ἐγώ τούς ἔδωκα τά λόγια πού μοῦ ἔδωκες κι αὐτοί τά πῆραν καί κατάλαβαν πώς ἐγώ βγῆκα στ’ ἀλήθεια ἀπό σένα καί πίστεψαν πώς ἐσύ μέ ἔστειλες. Ἐγώ γι’ αὐτούς παρακαλῶ· δὲν παρακαλῶ γιά τόν κόσμο, μά γι’ αὐτούς πού μοῦ ἔδωκες, γιατί δικοί σου εἶναι. Κι ὅλα τὰ δικά μου εἶναι δικά σου καί τά δικά σου εἶναι δικά μου, κι ἔχω δοξασθῆ ἀνάμεσα σ’ αὐτούς. Καί δέν εἶμαι  πιά στόν κόσμο, αὐτοί ὅμως εἶναι στόν κόσμο κι ἐγώ ἔρχομαι πρός ἐσένα. Πατέρα ἅγιε, αὐτούς πού μοῦ ἔδωκες φύλαξέ τους στό ὄνομά σου, γιά νά εἶναι ἕνα καθώς ἐμεῖς. Ὅταν ἤμουν μαζί τους, ἐγώ τούς φύλαγα στό ὄνομά σου· αὐτούς πού ἔδωκες τούς φύλαξα καί κανένας ἀπ’ αὐτούς δέν χάθηκε παρά μόνο ὁ υἱός τῆς ἀπώλειας, κι ἔτσι ἐκπληρώθηκε ἡ γραφή. Καί τώρα ἔρχομαι  σέ σένα καί τά λέγω αὐτά, ἐνῶ ἀκόμα εἶμαι στόν κόσμο, γιά νά εἶναι ἡ ψυχή τούς γεμάτη ἀπό τή δική μου χαρά».
Τρεῖς φορές τό χρόνο ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει μνῆμες Πατέρων· τήν ἕκτη τώρα Κυριακή μετά τό Πάσχα, μιά Κυριακή μέσα στό μῆνα Ἰούλιο καί μιά Κυριακή μέσα στό μῆνα Ὀκτώβριο. Αὐτό δείχνει πόσο ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τούς ἁγίους Πατέρες, ἀφοῦ καί ὀνομάζεται χαρακτηριστικά Ἐκκλησία Πατέρων, τό ἴδιο ὅπως ὀνομάζεται Ἐκκλησία Μαρτύρων. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κληρικοί ὅλων τῶν βαθμῶν, Ἐπίσκοποι, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι, ἀκόμα δέ καί ἁπλοί μοναχοί· ὄχι ἁπλῶς σοφοί καί, καθώς λέμε σήμερα, μορφωμένοι καί διανοούμενοι, ἀλλά ἄνθρωποι πνευματικῆς πείρας καί ἁγιωσύνης. Σήμερα στόν καθένα, πού μπορεῖ νά λέγη καί νά γράφει πέντε λόγια, πού ἀσχολεῖται μέ τά γράμματα καί τίς τέχνες, εὔκολα χαρίζομε τόν τίτλο τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως πνευματικότητα εἶναι πείρα ἁγιωσύνης, κι αὐτό εἶν’ ἕνα ἀπό τά γνωρίσματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄνθρωποι μέ ὀρθόδοξο φρόνημα, μέ ἁγιότητα βίου καί μέ πνευματική πείρα.
Ἀλλά, ὅταν λέμε πώς ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἐκκλησία Πατέρων, ἐννοοῦμε πώς ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας εἶναι διδαχή καί παράδοση τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, πού φτάνει  σέ μᾶς μέ ἐγγύηση καί κῦρος διαμέσου τῆς ἑρμηνείας τῶν ἁγίων Πατέρων. Στό Σύμβολο τῆς πίστεως ὁμολογοῦμε πώς ἡ μία καί ἁγία καί καθολική Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολική· εἶναι δηλαδή ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τή διδαχή καί τήν παράδοση τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Αὐτή τήν ἀποστολική παράδοση ἡ Ἐκκλησία τήν κατέχει διαμέσου τῶν ἁγίων Πατέρων. Οἱ Πατέρες εἶναι οἱ γέφυρες ἀπό τίς ὁποῖες περνᾶ καί διαιωνίζει στήν Ἐκκλησία ἡ ἀποστολική παράδοση. Ὅταν λέμε λοιπόν τήν Ἐκκλησία ἀποστολική, εἶναι τό ἴδιο σάν καί νά λέγαμε πατερική· οἱ Πατέρες μέσα στήν Ἐκκλησία ἐγγυῶνται γιά τήν ἀποστολικότητα τῆς πίστεως καί γιά τήν ὀρθοδοξία. Ὀρθοδοξία θά πῆ πατερική παράδοση. Τό βλέπομε αὐτό στόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο διατυπώνονται οἱ ἀποφάσεις τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ ἀπόφαση τῆς τέταρτης οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀρχίζει ἔτσι· «Ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσι...». Τό ἴδιο καί ἡ ἀπόφαση τῆς ἕβδομης οἰκουμενικῆς Συνόδου· «Ἐπακολουθοῦντες τῇ θεηγόρῳ διδασκαλίᾳ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν καί τῇ παραδόσει τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας...». Αὐτά θά ποῦν πώς οἱ Πατέρες, ἡ διδασκαλία τους δηλαδή, εἶναι τό ποτάμι, πού ρέει πάντα μέσα στήν ἴδια κοίτη τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης.
Στήν εὐαγγελική περικοπή, πού διαβάζεται αὔριο στή θεία Λειτουργία καί τήν ἀκούσαμε τώρα  σέ μετάφραση, ὁ Ἰησοῦς Χριστός προσεύχεται πρός τόν οὐράνιο Πατέρα γιά τούς μαθητές του καί γιά τήν Ἐκκλησία. Οἱ μαθητές του εἶν’ ἐκεῖνοι πού τοῦ δόθηκαν ἀπό τόν Πατέρα· τούς δίδαξε καί τούς φύλαξε καί δέν χάθηκε ἀπ’ αὐτούς παρά μόνο «ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας», ἐκεῖνος πού ἀπό μόνος του προτίμησε καί θέλησε νά χαθῆ. Ἦλθε ἡ ὥρα κι ὁ διδάσκαλος τώρα θά φύγη, ἐνῶ οἱ μαθητές του θά μείνουν, σηκώνοντας τό βάρος μιᾶς τιμῆς καί μιᾶς εὐθύνης. Ἡ τιμή τους εἶναι ὅτι τούς κάλεσε ὁ Θεός· ἡ εὐθύνη τους ὅτι, μένοντας αὐτοί στόν κόσμο, πρέπει νά ποιμάνουν τήν Ἐκκλησία. Καί πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα νά μείνουν ἑνωμένοι καί νά κρατήσουν ἑνωμένους τούς πιστούς. Ἡ Ἐκκλησία πρίν ἀπ’ ὅλα εἶναι μία, καί δέν μπορεῖ νά εἶναι οὔτε ἁγία οὔτε καθολική οὔτε ἀποστολική, ἄν δέν εἶναι μία. Μά ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν φυλάγεται παρά μέ τήν ἑνότητα τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας κι αὐτό πάλι δέν γίνεται παρά μέ τό φόβο καί τή δύναμη καί τό φόβο τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό προσεύχεται ὁ Μέγας Ἀρχιερέας· «Τήρησον αὐτούς ἐν τῷ ὀνόματί σου, οὕς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς»· αὐτούς πού μοῦ ἔδωκες φύλαξέ τους στό ὄνομά σου, γιά νά εἶναι ἕνα, καθώς εἴμαστε ἐμεῖς.
Αὐτό τό ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Κυρίου εἶναι ἕνα ἄρτιο ποιμαντικό κείμενο. Φτάνει νά τό διαβάσουμε προσεκτικά, γιά νά δοῦμε σ’ αὐτό τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τί εἶναι οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας καί ποιό εἶναι τό ἔργο τους. Γι’ αὐτό καί διαλέχτηκε νά διαβάζεται στή μνήμη τῶν ἁγίων Πατέρων, πού εἶναι οἱ ποιμένες καί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, διάδοχοι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά ἀνθρώπινη ὀργάνωση· εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»· δέν ἔχει ἐγκόσμια προέλευση καί δέν στηρίζεται  σέ συνθῆκες τοῦ κόσμου τούτου ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Μάρτυρες, οἱ Προφῆτες, οἱ Ἱεράρχες, οἱ Ὅσιοι καί οἱ Δίκαιοι, ὅλος ὁ λαός τῆς Θεοῦ, ποὺ συγκροτοῦν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἕνας-ἕνας χωριστά, ὡς πρόσωπα καί μέλη τοῦ σώματος, κι ὅλοι μαζί τὸ σῶμα, μέ κεφαλή τόν Ἰησοῦ Χριστό! Πρώτη ἰδιότητα καί γνώρισμα αὐτοῦ τοῦ σώματος, γιά νά ὑπάρχη καί νά ζῆ, εἶναι ἡ ἑνότητα, ἡ Ἐκκλησία νά εἶναι μία. Οἱ αἱρέσεις καί τά σχίσματα εἶναι ὁ μεγάλος ἐσωτερικός ἐχθρός τῆς Ἐκκλησίας, πού λυμαίνεται καί καταστρέφει τήν ἑνότητά της. Κι αὐτό ὑπῆρξε καί εἶναι πάντα τὸ πρῶτο καί κύριο ἔργο τῶν Πατέρων καί Ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι κράτησαν δηλαδή καί κρατοῦν ἑνωμένη τήν Ἐκκλησία καί ἀδιαίρετό τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Στήν προσευχή του, πού συνεχίζεται καί μετά τήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή, πέντε φορές ὁ Μέγας Ἀρχιερέας παρακαλεῖ τόν οὐράνιο Πατέρα γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας· «ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς». Καί πρέπει ἀκριβῶς ἐδῶ νά προσέξουμε στό «καθώς ἡμεῖς»· πρότυπο δηλαδή τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑνότητα καί ἀπόλυτη συμφωνία τῶν τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας, πού εἶναι ὁ ἕνας καί ἀληθινός Θεός.
Κάθε φορὰ πού ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν μνήμη τῶν ἁγίων Πατέρων τιμᾶ ὅλους τοὺς Πατέρες καί Ποιμένες της, τούς ἀρχαίους καί τούς νέους, τούς ἐπιφανεῖς καί τούς ἀφανεῖς· τόν κάθε μεγάλο, μά καί τόν κάθε μικρό καί ταπεινό ἱερέα, πού ἔζησε μέ τό βάρος τῆς ἱεροσύνης καί μέ τή βαθειά συναίσθηση τῆς εὐθύνης ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων, πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Μέγας Ἀρχιερέας τῆς Ἐκκλησίας. Τό πιό μεγάλο κακό στήν Ἐκκλησία εἶναι ἡ αἵρεση καί τό σχίσμα καί τό πιό μεγάλο κρῖμα γιά τόν ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐξαιτίας του νά διχασθοῦν οἱ πιστοί, εἴτε γιά κακοδιδασκαλία εἴτε γιά φιλοδοξία εἴτε γιά ἀμέλεια καί ἀπροσεξία στό βίο του εἴτε γιά ὁποιαδήποτε ἄλλη κακή γνώμη του καί πράξη. Ἡ Ἐκκλησία τούς κακούς ποιμένες τούς ἀναθεματίζει, τούς καλούς τοὺς τιμᾶ καί τούς ἑορτάζει· εἶναι οἱ Ποιμένες καί Διδάσκαλοι καί Πατέρες. Ἀμήν.






Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ



+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ

Μ φορμ τ θεραπεία στ εροσόλυμα το κ γενετς τυφλο, νοιξε μία διαμάχη μεταξ τν θικ κα πνευματικ φθαρμένων νθρώπων κα τς λήθειας· ησος Χριστς βρέθηκε πάλι ντιμέτωπος μ τος χθρούς του. Πνευματικ κα θικ φθαρμένοι εναι ο χαλασμένοι μέσα τους νθρωποι, κενοι πο γι διάφορες ατίες, δν σκέφτονται κα δν ασθάνονται σωστά. διαμάχη ατή, πο θ μπορούσαμε λλιώτικα ν τν νομάσουμε περιπέτεια τς λήθειας, δν εναι πρώτη οτε τελευταία· εναι δια πάντα κα τότε κα τώρα, μεταξ κείνων, πο «ν νόματι» τς λήθειας πολεμον τν λήθεια κα το ησο Χριστο, πο διος εναι λήθεια. Στ διαμάχη ατ κα τν αώνιο πόλεμο τς λήθειας μπορομε ν περιγράψουμε τος κατέρωθεν μαχητές, πως τος βλέπουμε στ σημεριν εαγγελικ περικοπή.

Πρτος στ πεδίο τς μάχης, νδρεος κα νυποχώρητος, εναι «ποτέ» τυφλός. Δν εδε μόνο τ φυσικ φς, λλ λαμψε μέσα του κα τ φς τς λήθειας. Μάχεται ποφασιστικ κα στάση του εναι μαρτυρία γι τν λήθεια. «νθρωποςλεγόμενος ησος πηλν ποίησε κα πέχρισέ μου τος φθαλμος κα επε μου παγε ες τν κολυμβήθραν το Σιλωμ κα νίψαι. πελθν δ κα νιψάμενος νέβλεψα». Τίποτε περισσότερο κα τίποτε λιγότερο δν λέγει π’ ,τι γινε, π’ ,τι ατς διος εδε κα ζησε. Εναι σν κα ν ντιμετωπίζει τος χθρούς τς λήθειας κα ν πολεμ ρθιος. μαρτυρία του εναι σαφής, προσωπικ κα ναμφισβήτητη· «νιψάμην κα βλέπω… Προφήτης στίν… ν οδα τι, τυφλς ν, ρτι βλέπω…». Στν διο τόνο κα μ τν δια ασθηση τς λήθειας θ μιλον κα θ γράφουν στερα ο πόστολοι. Πέτρος κα ωάννης πτόητοι κα μ παρρησία λεγαν πρς τος ρχιερες· «Ο δυνάμεθα μες εδομεν κα κούσαμεν μ λαλεν». Δν μπορομε μες κενα πο εδαμε κα κούσαμε ν μν τ κηρύττουμε. Ατ εναι μαρτυρία ησο Χριστο, μαρτυρία κα περάσπιση τς λήθειας, γι τν ποία δηγονται στ μαρτύριο μέχρι θανάτου ο γιοι. Ατ εναι τιμιότητα κα ελικρίνεια τν νθρώπων το Θεο, πο βλέπουν κα μολογον τν λήθεια, ς γεγονς στ πράγματα κα ς μπειρία μέσα τους. Ατ εναι πίστη, τ κήρυγμα κα λατρεία τς κκλησίας, μαρτυρία δηλαδ γι τ πρόσωπα κα τ γεγονότα τς θείας Οκονομίας. κκλησία δν κηρύττει κα δν ορτάζει δεολογία, λλ πρόσωπα κα γεγονότα.

Δεύτεροι στ πεδίο τς μάχης γι τν λήθεια εναι ο δειλο· κενοι πο βλέπουν τν λήθεια, μ δν τολμνε ν δώσουν γι’ ατν μαρτυρία. Ατο τώρα εναι ο γονες το τυφλο, πο δν παίρνουν πάνω τους τν εθύνη τς λήθειας. Δν τν ρνονται, μ κα δν τν μολογον, «Οδαμεν τι οτος στιν υἱὸς μν κα τι τυφλς γεννήθη. Πς δ νν βλέπει οκ οδαμεν… Ατς λικίαν χει, ατν ρωτήσατε». πάντηση ατ τν γονέων το τυφλο εναι σωστ κα λογική. λλ’ μως τ ερ κείμενο ξηγε τ βαθύτερο λόγο, γι τν ποο ο γονες πάντησαν τσι. «Τατα επον ο γονες ατο, τι φοβοντο τος ουδαίους· δη γρ συνετέθειντο ο ουδαοι, να ἐὰν τς μολογήσ Χριστόν, ποσυνάγωγος γένηται». Τέτοιους περασπιστς τς λήθειας βρίσκομε παντο κα πάντα· «οδαμεν» κα «οκ οδαμεν». Ατ εναι δάπανη κα νώδυνη μαρτυρία ησο Χριστο· τίποτε δν στοιχίζει ν ξέρεις κα ν μν ξέρεις, ν λς κα ν μ λές, ν πολεμς κα ν μν κινδυνεύεις. Τ πι ηδιαστικ γι τν πίστη κα γι τ μαρτυρία τς λήθειας εναι ν εσαι οτε ζεστς οτε ψυχρός, λλ χλιαρός, καθς κριβς εναι γραμμένο στν ποκάλυψη γι τν γγελο τς Λαοδικείας. «Οδα σου τ ργα, τι οτε ψυχρς ε οτε ζεστός· φελον ψυχρς ς ζεστός. Οτως τι χλιαρς ε κα οτε ζεστς οτε ψυχρός, μέλλω σε μέσαι κ το στόματός μου».

Τρίτοι στ πεδίο τς μάχης εναι ο χθροί τς λήθειας, ο π διάφορες ατίες κα σκοπος χαλασμένοι νθρωποι, πο δν μπορον κα δν θέλουνε ν δον τν λήθεια. Εναι ο ντίχριστοι λων τν αώνων, πο στν καιρ μας χουν πληθυνθε. Ατο εναι σκημένοι κα ξέρουν καλ τν τακτική το πολέμου πο κάνουν· πολεμον τν λήθεια, «ν νόματι τς ληθείας». Εναι τάχα ο φύλακες τς λήθειας, πο τν περασπίζουν μ χηρ κα μεγάλα λόγια. Εναι πολ γνωστ ατ μεγαλόστομη δθεν περάσπιση τς λήθειας. Στν οσία κα πραγματικ εναι συγκάλυψη κα ρνηση τς λήθειας. Ατο ο νθρωποι τν μεγάλων συνήθως ξιωμάτων, καθς γράφει πόστολος, εναι ο «μόρφωσιν χοντες εσεβείας, τν δ δύναμιν ατς ρνημένοι». Δείχνουν πς περασπίζουν τν λήθεια, μ τν λήθεια δν τν ξέρουν, μ δν θέλουν οτε κι λας ν τν μάθει. Δν περασπίζουν τν λήθεια, μ παλεύουν ν κρατήσουν τ ποιαδήποτε ξιώματά τους κα τ θέση τους στ συνείδηση το λαο. Εναι στ’ λήθεια οκτρο κα τραγικο νθρωποι. ς μν πηγαίνει νος μας πουθεν λλο ξω π τν κκλησία. Γι μς μιλομε, γι τος χριστιανος εναι λόγος, γι τν κλρο κα γι τ λαό. σοι εμαστε χριστιανο ς προσέξουμε τί στάση παίρνομε πέναντι στ Χριστό, πο εναι λήθεια. ς προσέξουμε κριβς σ τοτο, τι λήθεια δν εναι φιλοσοφικ ννοια κα δεολογία, νθρώπινη νακάλυψη κα γνώση, λλ λήθεια εναι προσωπικ πραγματικότητα κα ποκάλυψη Θεο. λήθεια εναι ησος Χριστός, καθς διος μαρτυρε γι τν αυτ του· «γ εμί… λήθεια».


Τίποτε δν εναι πι μισητό, λλ κα πι πικίνδυνο, παρ τ ψέμα «ν νόματι» τς λήθειας. Ν βάζεις μπροστ τν λήθεια, γι ν καλύψει τ ψέμα. Ν δείχνεις γιος, γι ν σκεπάσεις τν σέβειά σου· ν φωνάζεις τ νομα το Θεο, γι ν καλύψεις τν παρουσία το διαβόλου. Κα εναι πι τόσο συνηθισμένο ατ στν καιρό μας, πο μς χρειάζεται πολλ προσοχ κα σκηση, γι ν μπορέσουμε ν συνεννοηθομε ο νθρωποι μεταξύ μας. γινε τέχνη κα πιστήμη, πάνω στν ποία στηρίζεται μεγάλη κακία το αώνα, προπαγάνδα, πολιτικ κα διπλωματία. Ποι εναι τέλος πάντων λήθεια; ,τι γίνεται στν κόσμο κι ,τι λέγεται, λα «ν νόματι τς ληθείας», γι τν λευθερία κα γι τν ερήνη τν λαν. Μ εναι βέβαιο πς σο περισσότερο φωνάζομε κάποια ερ νόματα, τόσο λιγότερο στ πράγματα. ησος Χριστς στν καθέναν, πο μάχεται κα φωνάζει δθεν γι τν λήθεια, κάνει μία ρώτηση, μοια κάπως μ’ κείνη πο κανε στν «ποτ» τυφλ· «Σ πιστεύεις ες τν λήθειαν;». ποια πάντησή μας δν θ στηρίξει οτε κα θ κλονίσει τν λήθεια. Θ δείξει μως ν μες πιστεύουμε στν λήθεια κα τν προσκυνομε· ν εμαστε πραγματικ λεύθεροι. Γιατί λεύθερος εναι ποιος πιστεύει στν ησο Χριστό, καθς διος τ επε· «γνώσεσθε τν λήθειαν κα λήθεια λευθερώσει μς». μήν.