Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Κυριακή τοῦ Ἀσώτου

                 π. Χρήστου Ζαχαράκη


Ἕνα ταξίδι εἶναι τὸ Τριώδιο, ἕνα ταξίδι ἐπιστροφῆς, γι αὐτὸ καὶ δύσκολο· ὅσο πιὸ πολλὰ χάλασες ὅταν ἔφευγες, τόσα πιὸ πολλὰ  χαλάσματα θὰ βρεῖς στὸ γυρισμό, τόσα ποὺ δὲ θὰ μποροῦσες νὰ διαβεῖς, ἄν δὲν εἶχες μαζί σου, νὰ σὲ συνοδεύει σὰ φυλαχτό ἀληθινὸ κι αἰώνιο, τὴν ἀγάπη τοῦ Πατέρα. 
Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι ἕνας ἠθικός κανόνας· αὐτόν τὸν τηροῦσαν κι ὁ Φαρισαῖος καὶ ὁ μεγαλύτερος γιός τῆς σημερινῆς παραβολῆς. Τὸ Εὐαγγέλιο  εἶναι κάτι ἀσύγκριτα περισσότερο· εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀγάπης του. Γι αὐτὸ καὶ ἡ παραβολή δὲν μιλάει γιὰ τὸν ἄσωτο -αὐτὸ τὸ κάνουν μονάχα ἡ ὑποκρισία κι ὁ ἠθικισμός μας-, ἀλλὰ μιλάει γιὰ τὸν κόκκο ἐκεῖνο τοῦ σινάπεως, τὸν στοιχειωμένο, τὸν ριζωμένο μέσα μας, δῶρο γιὰ τὸ ταξίδι μας ἀνόθευτο κι᾽ ἀπάτητο, γιὰ νὰ μᾶς ζεῖ καὶ νὰ προσμένει νὰ βλαστήσει ὅταν ὅλα χαθοῦν, ὅταν ἔλθουμε «εἰς ἑαυτὸν», κι ἀφήσουμε τὴ νοσταλγία νὰ μᾶς ὁδηγήσει καὶ νὰ ξυπνήσει μέσα μας τὴ σιγουριὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τὴν αἰώνια. Τὴν ἀγάπη ποὺ μᾶς ἀκολουθεῖ διακριτικά «εἰς χώραν μακράν» κι ἄς τὴν πατοῦν κι ἄς τῆς νοθεύουνε οἱ ξένοι «τὸ σχῆμα καὶ τὸ χρῶμα». Τοὺς εἶναι πολὺ εὔκολο αὐτὸ, ὅταν ἔχουμε ἐπιλέξει νὰ ζοῦμε μὲ «τὴν ἐπιθυμία τῆς σαρκός καὶ τὴν ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τὴν ἀλαζονεία τοῦ βίου», ὅταν ἔχουμε ὑποταγεῖ στὰ εἴδωλα...
Σ᾽ ἕνα τέτοιο κόσμο ἀφήσαμε τὴ ζωή μας, ξοδέψαμε τὴν «περιουσία» μας, ἀνταλλάξαμε τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψέμα. Εἶναι φανερὸ πὼς ἡ λύση δὲν θὰ ἔρθει ἀπὸ κανένα γραφεῖο, καμμία ὑπηρεσία, κανένα κράτος. Μόνο οἱ ποιητές καὶ οἱ προφῆτες μποροῦν νὰ δώσουν τὴ λύση. Γιατὶ ἔχουν τὴν αἴσθηση πού βλέπει καὶ διατηροῦν τὸ φῶς πού φωτίζει. Γιατὶ -γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸν Ντοστογιέφσκι- ἡ ὀμορφιά θὰ σώσει τὸν κόσμο. Ἄν ὑποφέρουμε εἶναι γιατὶ χάσαμε τὴν ὀμορφιά. Πρῶτα ἐσωτερικὰ μᾶς ξεγύμνωσαν. Δίχως ὅραμα δὲν μποροῦν νὰ κλείσουν οἱ πληγὲς τοῦ κόσμου – τὰ μέτρα δὲν κλείνουν πληγὲς, μονάχα τὶς ξύνουν - καὶ ὁδηγούμαστε σὲ ἀδιέξοδα. Ὅσο καὶ νὰ καλλιεργεῖς τὴν ψυχή, ὅσο καὶ νὰ πλουτίζεις τὸ πνεῦμα, ὅσο καὶ νὰ ἁπλώνεις τὴν καρδιὰ, ἄν δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα ν᾽ ἀνθίσουν, τότε τὰ πάντα εἶναι μάταια, στὸ τέλος μαραίνονται, δὲν σοῦ δίνουν ποτὲ τὴν αἴσθηση τῆς ζωῆς καὶ τὴ χαρὰ τῆς νίκης. «Σήμερον ἔαρ μυρίζει καὶ καινὴ κτίσις ἀγάλλεται...», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία, ποὺ σημαίνει πὼς ἡ ἐλπίδα ἄνθισε. Αὐτὸ μᾶς προσφὲρει ἡ Ἀνάσταση· τὴ χαρὰ τῆς ὀμορφιᾶς καὶ τῆς ἀνθοφορίας, ποὺ εἶναι ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ ποὺ ἐξυψώνει τὴν ψυχὴ καὶ δίνει ὑπόσταση στὴν ἐλπίδα. Ἡ ὀμορφιά γεννιέται ἀπ’ τὸ ὅραμα καὶ τὸ ὅραμα εἶναι ἡ Ἀνάσταση! Καὶ ὅσο ἡ Ἀνάσταση, ὅσο ἡ Ζωὴ μᾶς προσκαλεῖ ἡ χάρη θὰ ἀνθίζει σὲ ψυχές ἁμαρτωλὲς, ἀλλὰ διψασμένες γι᾽ αὐτὸ ποὺ ἔχασαν κι ἀποφασισμένες νὰ ἐπιστρέψουν, σὲ ὁποιαδήποτε κατάσταση, μὲ ὁποιοδήποτε τίμημα, μὲ ὁποιαδήποτε ἰδιότητα... Ὁ ἄσωτος ἀποφάσισε νὰ ἐπιστρέψει ἔστω καὶ σὰν δοῦλος, γιατὶ ἤξερε ὅτι στὸ σπίτι τοῦ Πατέρα ἡ ἀγάπη δίνεται ἀδιάκριτα, ὅτι ἐκεῖ δὲν ἔχει σημασία ποιὸς εἶσαι, ἀλλὰ νὰ εἶσαι ἐκεῖ...

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Τελώνου καὶ Φαρισαίου


   π. Χρήστου Ζαχαράκη


Ἐκεῖνο ποὺ δικαιώνει τὸν ἄνθρωπο μπροστὰ στὸ Θεὸ εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπ᾽ αὐτὸ ποὺ τὸν δικαιώνει στὸν κόσμο ἤ καὶ στὸν ἑαυτό του ἀκόμα. Ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία τοῦ καιροῦ μας εἶναι ἡ «πνευματικότητα», ἡ ψευδοθρησκευτικότητα ἐκείνη μὲ τὴν ὁποία  ὁ ἄνθρωπος διασκεδάζει τὶς ἐνοχές του ἤ δικαιώνει τὴν ἀμετανοησία του, συσσωρεύοντας ξαφνικά χριστιανικές ἀρετές καὶ εὐσέβεια, τόσο μικρόψυχη ποὺ ὁ ἄλλος ἀπουσιάζει παντελῶς. Ὅταν ἁμαρτία θεωρεῖται τὸ ἠθικό παράπτωμα, τὸ ἀντίθετο, δηλαδὴ ἡ ἀποφυγή τῶν ἠθικῶν παραπτωμάτων, στολισμένη καὶ μὲ λίγη εὐσέβεια, πολὺ εὔκολα σὲ κατατάσσει στὸν παράδεισο. Πολὺ εὔκολα ἡ προσευχή μετατρέπεται σὲ κενοδοξία καὶ ἀλαζονεία: Θεέ μου, σὲ εὐχαριστῶ, γιατὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, τοὺς κλέφτες, τοὺς ἄδικους, τοὺς ἄτιμους ἤ καὶ σὰν τοῦτον ἐδῶ τὸν Τελώνη᾽. Ὅμως ἁμαρτία δὲν εἶναι ἁπλά καὶ μόνο τὰ ἠθικά παραπτώματα, ἀλλὰ   ἡ ἀποστασία ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ σύνταξη μὲ τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου. Κι ἀκόμα μεγαλύτερη ἀμαρτία εἶναι ν᾽ ἀκολουθεῖς τὸ Θεό χωρὶς νὰ ἀποτάσσεσαι τόν κόσμο…
Πνευματικότητα δὲν εἶναι ἡ ἀναζήτηση ἠθικῶν ἐρεισμάτων τῶν ἐπιλογῶν μας, ἀλλὰ ἡ ἐπιλογὴ τοῦ  ἑνὸς «οὗ ἐστι χρεία»· «ζητεῖτε πρῶτον τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Πνευματικότητα δὲν εἶναι  ἡ αὐτοκατάταξη στοὺς σεσωσμένους, ἀλλὰ ἡ ἀναδοχή τοῦ σταυροῦ μας· «ἑαυτοὺς δικαιοῦν μὴ σπουδάζωμεν».  Πνευματικότητα δὲν εἶναι ἡ καύχηση, ἀλλὰ τὰ δάκρυα τῆς μετάνοιας· «τὸν τῆς κενοδοξίας, τύφον μισήσωμεν». Πνευματικότητα δὲν εἶναι ἡ πολυλογία τῆς προσευχῆς, μὰ   ὁ λυγμός τῆς ταπείνωσης· « Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Πνευματικότητα, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, εἶναι «μὴ ἐν τῷ πολλάκις περὶ Θεοῦ λαλεῖν, ἀλλ᾽ ἐν τῷ τὰ πλείω σιγᾶν εἶναι τιθέμενοι», ὄχι τὸ νὰ μιλᾶτε συνέχεια γιὰ τὸ Θεό, ἀλλὰ τὸ νὰ εἶστε διατεθειμένοι νὰ σωπαίνετε περισσότερο.
Ἡ προσευχή εἶναι κι αὐτὴ ἕνα μυστήριο, μᾶς ἀνοίγει δρόμους ποὺ σὲ ἄλλες στιγμές μένουν καλὰ κλεισμένοι. Εἶναι οἱ στιγμές ἐκεῖνες ποὺ στεκόμαστε, ὄχι «πρὸς ἑαυτὸν»  οὔτε ἀπέναντι, ἀλλὰ μπροστά στὸ Θεό, μὲ τὸ κεφάλι σκυμμένο, ἐντελῶς ἄδειοι,  κι ἀφήνουμε τὴν ἀγάπη του νὰ μᾶς πλημμυρίσει, νὰ ἐλευθερώσει τὰ δάκρυα καὶ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς μας. Εἶναι οἱ στιγμές ποὺ ἀφήνεται μέσα στὴν ταπείνωσή του ὁ ἄνθρωπος -ὅπως εἶναι-   μικρός καὶ ὑψώνεται ἀπ᾽ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ -ὅπως πλάσθηκε- μέγας.

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Κυριακή τῆς Χαναναίας

π. Χρήστου Ζαχαράκη

Ἡ Ἐκκλησία λίγο πρὶν τὸ Τριώδιο μᾶς δείχνει τὸ δρόμο πρὸς τὴν Ἀνάσταση· μᾶς δείχνει τὴν ταπείνωση.
Δύο εἶναι τὰ κύρια χαρακτηριστικά τῆς ταπείνωσης· ἡ σιωπὴ καὶ ἡ ἀγάπη. Ἡ ταπείνωση εἶναι σιωπηλή. Δὲ μιλᾶ, δὲ φωνασκεῖ, δὲν ἐπιδεικνύεται, δὲ διεκδικεῖ. Εἶναι κένωση, δὲν εἶναι συσσώρευση «πνευματικῶν κατορθωμάτων», ὅπως προβάλλεται σήμερα. Εἶναι σταυρός, δὲν εἶναι αὐτοδικαίωση. Εἶναι τὸ ἄδειασμα ἐκεῖνο τοῦ ἑαυτοῦ μας ποὺ πετυχαίνουμε γιὰ νὰ χωρέσει καὶ νὰ ἐνεργήσει μέσα μας ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὰ πνευματικά χαρίσματα εἶναι δῶρο Θεοῦ - δὲν εἶναι κατόρθωμα δικό μας - καὶ δίνονται ἀπὸ τὸ Θεό ἀκριβῶς γιὰ νὰ μᾶς ἀπελευθερώσουν ἀπὸ τὸν ἐγωισμό μας κι ἀπ᾽ ὅσα μᾶς κρατοῦν δεμένους μὲ τὸν κόσμο.

Ἡ ταπείνωση εἶναι ἀγάπη. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὸν ἐγωισμό του βλέπει πλέον τὸν κόσμο μὲ τὴν ὅραση τῆς ἀγάπης. Ὅποιος ἀγαπᾶ δὲν προσβάλλεται, μπορεῖ νὰ σηκώσει ἀκόμα καὶ τὰ πιὸ σκληρὰ λόγια, τὰ πιὸ βαριὰ πράγματα. Ἡ ἀγάπη «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς». Ταπείνωση χωρὶς ἀγάπη δὲν εἶναι ταπείνωση· κι ἄν δὲν ἀγαπᾶς δὲν φτάνεις στὴν ταπείνωση. Ὁ Χριστὸς ἔφθασε στὴν ἄκρα ταπείνωση ἐπειδὴ εἶναι ἡ ἁπόλυτη ἀγάπη. Ἡ Χαναναία δὲν διεκδικοῦσε κάτι γιὰ τὸν ἑαυτό της, μονάχα ἕνα ψίχουλο ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, μονάχα τὸ ἔλεός του. Ἕνα ψίχουλο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ περικλείει μέσα του ὅλη του τὴν ἀγάπη, γιατὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μοιράζεται χωρὶς νὰ ξοδεύεται, ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος». Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀγάπη· νὰ κομματιάζεσαι, νὰ ξοδεύεσαι καὶ νὰ μὴν τελειώνεις…   

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Ἡ παραβολή τῶν Ταλάντων

   π. Χρήστου Ζαχαράκη

«Ἕνας ἄνθρωπος, φεύγοντας σὲ μακρινό τόπο, κάλεσε τοὺς ὑπηρέτες του καὶ τοὺς παρέδωσε τὰ ὑπάρχοντά του· σ᾽ ἕναν ἔδωκε πέντε τάλαντα, σὲ ἄλλον ἔδωκε δύο καὶ σὲ ἄλλον ἕνα· στὸν καθένα κατὰ τὴ δύναμή του, κι ἔφυγε ἀμέσως γιὰ ταξίδι».
Ἡ παραβολὴ τῶν ταλάντων, ὅπως συνηθίζουμε νὰ τὴ λέμε, φανερώνει στὸν ἄνθρωπο τὸ ἔργο του καὶ τὴν εὐθύνη του ἀπέναντι στὴν κλήση του ἀπὸ τὸ  Θεὸ στὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, δείχνει τὸ μέγεθος τοῦ χρέους του ἀπέναντι στὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ. Τὰ χαρίσματα εἶναι ἀπὸ τὰ «ὑπάρχοντα» τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν περιουσία του, εἶναι ὅ,τι ὀμορφαίνει τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ὀμορφιά ποὺ ὄχι μόνο δὲν μποροῦμε νὰ θάψουμε, μὰ θὰ δώσουμε λόγο στὸ Θεό ἄν δὲν τὴν τιμήσουμε  καλλιεργώντας ὄχι αὐτὰ ποὺ τὴ διατηροῦν ἀλλὰ ἐκεῖνα ποὺ τὴν πολλαπλασιάζουν. «Καρποφορήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, τὸ τιμιώτατον Θεῷ κτῆμα καὶ οἰκειότατον· ἀποδῶμεν τῇ εἰκόνι τὸ κατ᾿ εἰκόνα, γνωρίσωμεν ἡμῶν τὸ ἀξίωμα, τιμήσωμεν τὸ ἀρχέτυπον, γνῶμεν τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιν, καὶ ὑπὲρ τίνος Χριστὸς ἀπέθανε», λέγει πολὺ χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἄς προσφέρουμε ὡς καρπὸ τὸν  ἑαυτό μας, τὸ πιὸ πολύτιμο καὶ πιὸ ἀγαπητὸ κτῆμα τοῦ Θεοῦ. Νὰ  ἀποδώσουμε στὴν εἰκόνα τὸ κατ᾽ εἰκόνα, νὰ καταλάβουμε τὴν ἀξία μας, νὰ τιμήσουμε τὸ πρωτότυπο τῆς εἰκόνας μας, νὰ γνωρίσουμε τὴ δύναμη τοῦ μυστηρίου καὶ νὰ μάθουμε γιὰ ποιὸν ἔπαθε ὁ Χριστός.
«Ε, δολε γαθ κα πιστέ π λίγα ς πιστός, π πολλν σε καταστήσω». Ἐκεῖνο ποὺ ζητάει ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός εἶναι πολὺ λίγο, πολὺ μικρὸ σὲ σχέση μ᾽ αὐτὸ ποὺ μᾶς προσφέρει. Ζητᾶ ἀπὸ μᾶς πίστη στὸ πρόσωπό του καὶ στὴν ἀγαθότητά του καὶ μᾶς προσφέρει τὰ ὑπάρχοντά του, μᾶς προσφέρει δηλαδὴ ὁλόκληρο τὸν κόσμο… Ἐμεῖς σ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο εἴμαστε διαχειριστές τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γι αὐτὸ κι ἀναπολόγητοι, ἄν ἡ ἀγάπη δὲν πληθαίνει γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ  δόξα τοῦ Θεοῦ.

Στὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία του ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς, ὅταν μακαρίζει μία σειρά ἀνθρώπων, οὐσιαστικά καὶ ξεκάθαρα μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ἡ χαρά, καὶ σωτηρία εἶναι ἡ συμμετοχή μας στὴ χαρὰ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ· «χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Ὕψιστη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς μοιράζει τὰ χαρίσματα «κάστ κατ τν δίαν δύναμιν». Δηλαδὴ ὁ Θεὸς δὲν ζητάει τίποτε περισσότερο ἀπ᾽ αὐτὸ ποὺ πραγματικά μποροῦμε. Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος πάλι, ὅταν μιλάει γιὰ τὰ χαρίσματα, λέει ὅτι αὐτὰ δίνονται «κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως». Ὅσο περισσότερο πιστεύουμε τόσα περισσότερα καὶ μποροῦμε, ἤ ὅσο πιστεύει ὁ ἄνθρωπος τόσο καὶ χαριτώνεται…