Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή τοῦ Ζακχαίου

   π. Χρήστου Ζαχαράκη

«Ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρός σέ, ὁ Θεός.  ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα· πότε ἥξω καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ;» (Ψαλμ. 41, 2-3).
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τόσο μικρὸς, ποὺ χάνεται μέσα στὸ πλῆθος, τὸ ἀκολουθεῖ, γίνεται εὔκολα μέρος του… Ξεχωρίζει ὅμως πάντα ἡ ἐμφανὴς ἀδικία καὶ ἁμαρτωλότητά του, γιατὶ τὸ πλῆθος «ἀκολουθεῖ» τὸν Ἰησοῦ, τηρεῖ τὸ Νόμο καὶ τὶς ἐντολές, μὲ τὴ λογικὴ πάντα καὶ τὰ μέτρα τοῦ κόσμου, γι᾽ αὐτὸ μπορεῖ νὰ  κατατάσσει τὸν Ζακχαῖο ἐκεῖ ποὺ τοῦ ἀξίζει, ἀλλὰ καὶ νὰ θέλει νὰ ἐπιβάλλει στὸ Χριστὸ ποῦ νὰ μείνει. Μέσα στὸ θρησκευόμενο πλῆθος δὲν χάνεται μόνο ὁ ἄνθρωπος, μὰ κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, γιὰ νὰ ἔχει ἐφαρμογή ἐδὼ ὁ λόγος του, ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὶς παραβολές, «ἵνα βλέποντες βλέπωσιν καὶ μὴ ἴδωσιν, καὶ ἀκούοντες ἀκούωσιν καὶ μὴ συνιῶσιν».
Ἀπὸ τὸ πλῆθος ξεφεύγει κανεὶς τὶς στιγμὲς ἐκεῖνες ποὺ μένει μόνος μὲ τὸν ἑαυτό του, μὲ τὸν πόνο καὶ τὶς ἁμαρτίες του, τὴν ἀγωνία καὶ τὶς προσδοκίες του, ὅταν ἁπλώνει μπροστά του τὴ ζωή του ὁλόκληρη καὶ τὴν ἀφήνει ν᾽ ἀγγίζει τὰ σύννεφα, καὶ παρακαλᾶ τότε τὸ Θεὸ νὰ τὰ ξεδιαλύνει, γιὰ νά ᾽χει ἐλπίδα στὸν Οὐρανό. Μονάχα ὁ πόνος θεριεύει τὸν πόθο καὶ μονάχα ὁ πόθος θὰ βρεῖ μιὰ συκιά ν᾽ ἀνεβεῖ, νὰ ξεχωρίσει ἀπ᾽ τὸ πλῆθος. Καὶ τότε θὰ διαπιστώσει πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι ἐκεῖ, τὸ βλέμμα του τὸν ἀγγίζει ἀμέσως, ὄχι γιὰ νὰ τὸν ἐπιπλήξει, μὰ γιὰ νὰ τὸν λυτρώσει. Ἡ ἀγωνία του μεταμορφώνεται σὲ χαρὰ καὶ πρὶν καλά-καλὰ τὸν προσκαλέσει, ἔρχεται καὶ στὸ σπίτι του, «σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι», νὰ τὸ φωτίσει καὶ νὰ τ᾽ ἁγιάσει, νὰ μὴν ἀφήσει ἴχνη τῆς σκοτεινιᾶς τοῦ κόσμου σὲ τίποτα δικό του.

Ὁ ἄνθρωπος βάζει τὸν πόθο καὶ ὁ Θεός τὴ χάρη. Κι εἶναι ἡ χάρη τότε ποὺ τὸν ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀπ᾽ ὅσα μάζευε κι ἔχτιζε μέσα τους τὴν ψυχή του. Τὰ ἐπιστρέφει στὸ πολλαπλάσιο, δὲν τὰ χρειάζεται. Μιὰ καινούργια ζωὴ ἀρχίζει, μᾶλλον τώρα ἀρχίζει νὰ βλέπει τὴ ζωή τὴν πραγματική, τὴ φωτισμένη ἀπὸ τὸ ἀληθινὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ· ἕνα φῶς ποὺ θὰ τὸ χρειαστεῖ γιὰ τὴ μεγάλη διάβαση...

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή ΙΒ´Λουκᾶ

Τῶν δέκα Λεπρῶν
π. Χρήστου Ζαχαράκη

Κάθε θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχει καὶ κάτι τὸ ξεχωριστό. Εἴτε ἀπὸ τὸ Θεό, εἴτε ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Στὴ διήγηση τῆς θεραπείας τῶν δέκα λεπρῶν στεκόμαστε  συνήθως στὴν ἀχαριστία τῶν ἐννέα θεραπευμένων ἤ στὴν εὐγνωμοσύνη τοῦ ἑνός. Ὅμως τὸ νόημά της, πέρα ἀπὸ τὸ προφανές καὶ αὐτονόητο, εἶναι πιὸ οὐσιαστικό. Μᾶς τὸ ἐπιβεβαιώνει ἡ τελευταία φράση τοῦ Κυρίου στὸν πρώην λεπρό· «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Μιλάει γιὰ σωτηρία, δὲν μιλάει γιὰ θεραπεία. 
Ἡ ὅλη διήγηση μᾶς παραπέμπει στὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας. Ὁ Θεὸς ἀκούγοντας τὴν κραυγὴ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ προσφέρει τὸ ἔλεός του. Κατεβαίνει ὁ ἴδιος στὴ γῆ, γίνεται ἄνθρωπος. Ἡ ἀγάπη σὲ βγάζει πάντα ἔξω ἀπὸ τὰ ὅριά σου, διαφορετικά δὲν εἶναι ἀγάπη. Ξανάφερε στὸν ἄνθρωπο ὅ,τι εἶχε ἀπαρνηθεῖ, τὸ κατ᾽εἰκόνα· τοῦ τὸ ξανάδωσε καθαρό, ἀπαλλαγμένο ἀπ᾽τὴ φθορά καὶ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου, τοῦ ἄνοιξε τὸ δρόμο... Εἶναι ἡ θεραπεία. «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν». Ἡ θεραπεία εἶναι γιὰ ὅλους ἀνεξαιρέτως.
Ὅμως ἡ θεραπεία δὲν εἶναι πάντα καὶ ἡ σωτηρία. Ἡ θεραπεία ἀφορᾶ στὸ ἐφήμερο, ἡ σωτηρία στὸ αἰώνιο. Ἡ θεραπεία εἶναι ὁ δρόμος· ἡ σωτηρία τὸ τέρμα. Οἱ περισσότεροι θεωροῦν τὴν θεραπεία τὸ τέρμα. Ὁ Χριστὸς εἶπε: «οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σώσω τὸν κόσμον»(Ἰω. 12, 47). Ὅσοι μένουν στὴ θεραπεία ἀσχολοῦνται μὲ τὴν κρίση, ὅσοι ἐπιζητοῦν τὴ σωτηρία δοξάζουν τὸ Θεό. Ἐξάλλου ἡ θεραπεία δὲν εἶναι ἔργο δικό μας, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Μᾶς τὴν πρόσφερε ὁ Κύριος ἅπαξ διὰ παντὸς μὲ τὸ Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή του. Ἡ σωτηρία ὅμως, πέρα ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ,  θέλει καὶ τὴ δική μας συγκατάθεση. Σωτηρία εἶναι ἡ ταύτηση τῆς θέλησής μας μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Σωτηρία δὲν εἶναι νὰ ξανακλείσουμε τὸν ἑαυτό μας, ὀρθώνοντας γύρω μας ἕνα τεῖχος ἠθικῶν ἀρχῶν, ὅρων καὶ ὀρίων, ἀλλὰ ὑπερβαίνοντάς τα, νὰ μποροῦμε νὰ χαροῦμε τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, ὅπως μᾶς τὴν παρέδωσε ὁ Θεός. Γι᾽ αὐτὸ ἐκεῖνος ποὺ σώθηκε ἦταν ὁ «ἀλλογενὴς» Σαμαρείτης, γιατὶ δὲν εἶχαν σηκωθεῖ «μεγάλα καὶ ὑψηλὰ γύρω του τὰ τείχη» τῆς ἠθικῆς αὐτάρκειας. Μποροῦσε ἐλεύθερα νὰ ἐκφράζει τὴ χαρά του γιὰ ὅ,τι τοῦ ᾽δωσε ὁ Κύριος, νὰ τὸ ζεῖ πραγματικὰ  καὶ νὰ δοξάζει τὸ Θεό.

Σωτηρία εἶναι καὶ τὸ νὰ μπορεῖς  νὰ κρατήσεις ὁλόκληρο κι ἀνόθευτο αὐτὸ ποὺ σοῦ ᾽δωσε ὁ Θεός. Στὸ τέλος ὁ Χριστὸς ἀπέλυσε τὸν Σαμαρείτη μὲ μιὰ εὐχή: «ἀναστὰς πορεύου, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε», δηλαδή «σήκω και συνέχισε τὴν πορεία σου μὲ τὴν ἴδια πίστη ποὺ σ᾽ ἔσωσε».  Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι ἐφησυχασμός, ἀλλὰ μία διαρκὴς πορεία· φτάνει μονάχα νὰ τὴ διαβαίνεις μὲ ἀγάπη...

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή μετά τα Φῶτα

          π. Χρήστου Ζαχαράκη

Τὴν Κυριακὴ πρὶν τὰ Φῶτα τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς μίλησε γιὰ τὴ μετάνοια ὡς ἔργο τοῦ Προφήτη· σήμερα, Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα,   μᾶς ἀποκαλύπτει πὼς ἡ μετάνοια εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ φανερώνει τὸ πόσο μεγάλο καὶ  σημαντικὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας εἶναι τὸ θέμα τῆς μετάνοιας, ἐνῶ παράλληλα δείχνει καὶ τὸ πόσο ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ μετάνοια, - οὐσιαστικὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεό -,  ὅταν τὴν ἀντιμετωπίζουμε εἴτε ψυχολογικὰ ὡς μεταμέλεια, εἴτε νομικίστικα ὡς ἄφεση. Ἡ ἄμεση σύνδεσή της μὲ τὴ Βάπτιση τοῦ Κυρίου φωτίζει «τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου», εἶναι ἀκριβῶς τὸ θεῖο ἐκεῖνο φῶς ποὺ ἀνατέλει μέσα στὴ σκοτεινὴ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐπιστρέφει στὸ Θεό. Ἡ ἐπιστροφὴ εἶναι ποὺ φέρνει τὴ μετάνοια, ἄν δὲν λάμψει τὸ φῶς μέσα σου δὲν μετανοιώνεις ποτὲ, παρὰ μόνο προσθέτεις στὴν ψυχή σου καὶ τὸ βάρος τῶν θλίψεων καὶ τῶν ἐνοχῶν. Μονάχα ὅταν πλησιάσεις τὸ φῶς μπορεῖς νὰ δεῖς καθαρά, μόνον τότε διαλύονται τὰ σκοτάδια μέσα σου καὶ γνωρίζεις τὸν ἑαυτό σου.
Ἡ σύνδεση   τῆς μετάνοιας μὲ τὴ Βάπτιση τοῦ Κυρίου καὶ πολὺ περισσότερο ἡ ἴδια ἡ Βάπτισή Του, μᾶς ἀποκαλύπτουν τὴν πραγματικὴ φύση καὶ τὸ νόημα τῆς μετάνοιας. Ἡ Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δὲν ἦταν συμβολική, ἀλλὰ πραγματική! «οτω γρ πρέπον στν μν πληρσαι πσαν δικαιοσύνην». (Μθ. 3. ..) Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ. Μετάνοια λοιπὸν εἶναι νὰ ζεῖς τὴ ζωὴ τῆς Βαπτίσεως· πρῶτα ὡς ἀποταγὴ τοῦ Σατανᾶ, τῶν ἔργων του, τῆς λατρείας καὶ τῶν ἀγγέλων του κι ἔπειτα ὡς  σύνταξη μὲ τὸ Χριστό! Ἡ κολυμβήθρα, ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ὁ τάφος τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου, μὰ ταυτόχρονα καὶ ἡ Ἀνάσταση τῆς ζωῆς. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ λευκὸ ἔνδυμα τῆς βαπτίσεως, εἶναι ὅ,τι βάζει ὁ ἄνθρωπος στὸ μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας.

Μετάνοια εἶναι  ν᾽ ἀφήσεις  τὴ χώρα καὶ τὴ σκιὰ τοῦ θανάτου καὶ νὰ ἐπιλέξεις νὰ ζεῖς στὸ φῶς, ποὺ μᾶς φανερώθηκε. Ὁσο πλησιάζεις τὸ φῶς, τόσο διαλύονται τὰ σκοτάδια μέσα σου Μαζὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἁγιάζεται ὁλόκληρη  ἡ κτίση, ἡ ὁποία τρομάζει μὲ τὴ θέα καὶ τὸ «ἄγγιγμα» τοῦ Θεοῦ· «ἡ θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν, ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὁπίσω· τὰ ὄρη ἐσκίρτησαν».