Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα...

Ἡ παραβολή τοῦ Δείπνου
   π. Χρήστου Ζαχαράκη

Ἕνα μεγάλο δεῖπνο ἔχει ἑτοιμαστεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ, ἡ τράπεζα τῆς Εὐχαριστίας, στὴν ὁποία καλεῖ ὁ Θεός τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ παραβολὴ τοῦ μεγάλου δείπνου εἶναι ἴσως ἡ πλέον ἀποκαλυπτικὴ παραβολὴ τοῦ Κυρίου! Πρῶτα-πρῶτα μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν κλήση μας,  ποὺ εἶναι ἡ μετοχή μας στὸ Δεῖπνο τῆς Εὐχαριστίας. Ὅλοι, ποὺ δέχονται τὸ κάλεσμα τοῦ Θεοῦ καὶ μετέχουν στὴν Τράπεζα τοῦ Κυρίου, γίνονται «σύσσωμοι καὶ σύναιμοι» τοῦ Χριστοῦ, ἐνώνονται στὴ Χάρη Του, δέχονται τὴ χαρὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Κι εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ μιὰ ἁπλὴ κοινωνία καλεσμένων τὴ μεταβάλει σὲ Θεία, γιατὶ αὐτὸ ποὺ προσφέρεται στὸ Δεῖπνο εἶναι ἡ Ζωή.
Ἔπειτα ἡ παραβολὴ ἀποκαλύπτει καὶ τὴν πνευματική μας γύμνια, τὴν ἀδυναμία μας νὰ συμ-μετάσχουμε στὸ Δεῖπνο. Οἱ προφάσεις ποὺ προβάλουν οἱ καλεσμένοι, πέρα ἀπὸ τὴν προσκόληση στὶς γήινες ἐπιθυμίες καὶ ἠδονές, φανερώνουν τὴν οὐσιαστικὴ ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἁμαρτία, καὶ τὴν ἄρνησή του νὰ τὴν ἀπεκδυθεῖ. Στὴ διήγηση τῆς ἴδιας παραβολῆς ἀπὸ τὸν Ματθαῖο, γιὰ τὴ μετοχὴ τῶν καλεσμένων στὸ γαμήλιο δεῖπνο ἀπαραίτητο εἶναι τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου, ποὺ κι αὐτὸ ἀκόμα εἶναι προσφορὰ τοῦ οἰκοδεσπότη. Αὐτὴ ἡ λεπτομέρεια, γνωστή στὸν ἰουδαϊκό κόσμο,   δὲν ἀναφέρεται στὶς εὐαγγελικές διηγήσεις, ἑρμηνεύει ὅμως τὴ φαινομενική «σκληρότητα» στὴν ἀντιμετώπιση τοῦ μὴ ἐνδεδυμένου μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν βασιλιά: «δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἐκβάλετε αὐτὸν εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον».
 Ἐκεῖνο ποὺ στὴν ἄλλη διήγηση ὀνομάζεται ἔνδυμα, στὴ σημερινὴ ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὴν περιουσία, «ἀγρὸν ἠγόρασα», ἀπὸ τὴν ἐργασία «ζεύγη βοῶν», καὶ τὴν οἰκογένεια «γυναῖκα ἔγημα». Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ ἄνθρωπος σ᾽ὁλόκληρο τὸ βίο του ἀγωνίζεται γι᾽ αὐτά. Ὅμως τὸ λάθος κι ἡ ἁμαρτία του εἶναι πὼς ἐκεῖνα ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ δίνει σὰν μέσα νὰ βαδίζει πρὸς τὴ ζωή, αὐτὸς τὰ κάνει σκοπό, μὲ ἀποτέλεσμα, ἄν καὶ πασχίζει, νὰ μὴν τὴν ἀγγίζει ποτέ.  Ἀποκλείει ἔτσι ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ εὐχαριστιακὸ δεῖπνο. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ οἰκοδεσπότης λέγει τὸ «οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου», ὅταν πλέον ἀρνηθοῦν οἱ προσκαλεσμένοι.

Ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει ὅρια· «ἔτι τόπος ἐστί». Ὁ Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπο ἔτσι ὅπως εἶναι, μὲ τὴν ἁμαρτία του· «ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε». Ὁ Θεὸς τὸ μόνο ποὺ ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο εἶναι νὰ τιμήσει τὴν πρόσκλησή Του· ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἀποδέχεται εἶναι κι ὁ ἐκλεκτός!