Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Δ´ Νηστειῶν

πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ...

π. Χρήστου Ζαχαράκη

  Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος σηκώνει τὸ σταυρό του καὶ ἀκολουθεῖ τὸ Χριστό, ἕνας πόλεμος ἀόρατος, μὰ ἀδυσώπητος, κηρύσσεται ἀπὸ τὸν διάβολο. Ὁ Κύριος, ὅταν δίδασκε τὴν Κυριακὴ προσευχή, μέσα σ᾽ ὅσα ὀφείλει ὁ ἄνθρωπος νὰ προσεύχεται, μᾶς παρότρυνε νὰ προσευχώμαστε καὶ γιὰ τὴν προστασία μας ἀπὸ τὸν πειρασμὸ καὶ τὸν Πονηρό· «καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ρῦσαι ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Ὁ διάβολος χρησιμοποιεῖ τὰ πιὸ λογικοφανῆ καὶ ἠθικοφανῆ τεχνάσματα, μετασχηματίζεται σὲ ἄγγελο φωτός, προκειμένου νὰ πλανήσει τὸν ἄνθρωπο. Τὸ Γεροντικὸ διηγεῖται πὼς ὅταν ὁ διάβολος, θέλοντας νὰ τοῦ ἐνσπείρει τὴν ὑπερηφάνεια, εἶπε στὸν Μέγα Ἀντώνιο «μὲ νίκησες», ὁ μεγάλος ἀσκητὴς τοῦ ἀπάντησε «ὄχι ἀκόμα». Εἶναι ἡ πνευματικὴ αὐτὴ συναίσθηση ποὺ συνιστᾶ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ ἑδράζει στὴν ἁγιότητα.  Χρειάζεται συνεχὴς ἄσκηση καὶ θερμὴ προσευχὴ, ὁ Χριστὸς μᾶς ἐφιστᾶ τὴν προσοχή ὅτι τὸ δαιμονικό γένος «ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ»· ἡ νηστεία ὡς ἀπόταξη ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸν διάβολο καὶ ἡ προσευχὴ ὡς σύνταξη καὶ συμπόρευση μὲ τὸν Χριστό. Εἶναι ἡ συνέπεια σὲ ὅ,τι ὑποσχεθήκαμε κατὰ τὸ Βάπτισμά μας, κατὰ τὴν εἴσοδό μας στὴ ζωὴ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία εἶναι ἐκεῖνες ποὺ ἐνεργοποιοῦν καὶ δίνουν ζωὴ στὴν πίστη μας. Ἡ πίστη εἶναι ἡ ζωντανὴ ἐμπειρία τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸν κόσμο, ἀνόθευτη ἀπὸ τὴν καθημερινότητα καὶ τὴ σύγχυση, ἀδιαπραγμάτευτη στὶς ὑποσχέσεις τῶν –ισμῶν, στὴν πλάνη τῆς εὐδαιμονίας. Ἡ πίστη σπέρνει ζωὴ στὸ θάνατο, τὸ φῶς ἐλευθερώνει τῆς ψυχῆς, κατάλυμα στὸν πειρασμό δὲν δίνει...  «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι».  
Ὁ Χριστὸς δὲν ψάχνει τὴν πίστη  μας στὰ μεγάλα καὶ βαρύγδουπα λόγια, στοὺς «μεγάλους σταυρούς», μονάχα νὰ καταθέσουμε μὲ εἰλικρίνεια τὴν ἀπιστία μας, αὐτὴν ἐλεεῖ· «πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Ἡ πίστη, εἴτε ἀπὸ τὸν πόνο τῆς ἁμαρτίας ἀναβλύζει εἴτε ἀπὸ τὸν πόνο τῆς ἀγάπης ξεχειλίζει, ἀνοίγει διάπλατα τὴν καρδιά μας νὰ πλημμυρίσει ἀπὸ τὸ  ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὀμίχλη τῆς ἁμαρτίας ξεδιαλύνεται, ἡ ἀνάσταση διακρίνεται πλέον καθαρά· «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται».

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Ὁ Σταυρός

     π.Χρήστου Ζαχαράκη

 «Σταυρὸς χειμαζομένων ἐστὶ λιμήν, ὁδηγὸς πλανωμένων καὶ στήριγμα, δόξα Χριστοῦ, σθένος Ἀποστόλων καὶ Προφητῶν, τῶν Ἀθλητῶν κραταίωμα, πάντων τῶν ἀνθρώπων καταφυγή. Αὐτὸν ἐν μέσῳ πάντες, προκείμενον ὁρῶντες, τῇ  ἐγκρατείᾳ ἀσπαζόμεθα». Ἐκεῖνα στὰ ὁποῖα ὁ κόσμος ψάχνει νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του, ἡ Ἐκκλησία τὰ κάνει προσευχή, τὰ κάνει τροπάρια καὶ ψάλλει τὸν πόνο τοῦ ἀνθρώπου, ἀφήνοντάς τον στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ  νὰ τὸν ἁπαλύνει. Ὁ σταυρὸς ὁ δικός μας εἶναι ἡ καθημερινότητα ποὺ μᾶς συνθλίβει, εἶναι ἡ οἰκογένειά μας μὲ τὶς «αὐξημένες» ὑποχρεώσεις της, εἶναι ἡ ἐργασία μας μὲ τὴ ρουτίνα καὶ τὸ ἄγχος· εἶναι οἱ συμβιβασμοὶ ποὺ «ἀναγκαζόμαστε» νὰ κάνουμε, κι εἶναι κι οἱ ἁμαρτίες μας, ποὺ ὅσο δὲν μετανοιώνουμε   γι αὐτές, τόσο μᾶς βαραίνουν, ποὺ ὅσο δὲν πονοῦμε καὶ δὲν κλαῖμε γι αὐτὲς τόσο μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου κι ἀπὸ τὸ νόημά του. Ὅμως γιὰ νὰ καταλάβει κανεὶς τὸ νόημα τοῦ Σταυροῦ  πρέπει πρῶτα νὰ τὸν σηκώσει καὶ νὰ μετρήσει τὰ πράγματα μὲ τὸ μέτρο τοῦ Θεοῦ. «Ὄψεσθε τὴν ζωὴν ὑμῶν κρεμαμένην, ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν», λέγει ὁ προφήτης, καὶ μιλάει βέβαια γιὰ τὴ συναίσθηση τῆς γυμνότητας καὶ τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, μιὰ συναίσθηση ποὺ ἀποκτᾶ μόνον ἐκεῖνος ποὺ, πορευόμενος τὸ δρόμο τῆς ἁγιωσύνης, ἑκούσια καὶ μὲ συνέπεια ἐπωμίζεται τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου.

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

Περὶ νηστείας


Τὸ μόνο  πνευματικό ἀγώνισμα, τὸ ὁποῖο ἀναδεχόμαστε, κατὰ τὸ μᾶλλον ἤ ἦττον, στὴν εὐλογημένη αὐτή περίοδο εἶναι ἡ νηστεία. Τὸ μόνο πνευματικό ἀγώνισμα, τὸ ὁποῖο τόσο πολὺ  ἀπογυμνώνουμε πνευματικὰ εἶναι πάλι ἡ νηστεία. Τὸ  «ἕν οὗ ἐστὶ χρεία» χάνεται μέσα στὴ μέριμνα γιὰ τὰ νηστήσιμα. Ἡ φροντίδα ἁπλῶς νὰ ὑποκαταστήσουμε τὰ ἀρτύσιμα.  ἀκυρώνει τὸν ἴδιο τὸ χαρακτήρα της, τὸν λιτό καὶ ἀσκητικό.  Ὅμως καθὼς ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέγει, «τιμὴ γὰρ νηστείας οὐχὶ σιτίων ἀποχή, ἀλλ᾽ ἁμαρτημάτων ἀναχώρησις· ὡς ὅ γε τῇ τῶν βρωμάτων ἀποχῇ μόνον ὁρίζων τὴν νηστείαν, οὗτός ἐστιν ὁ μάλιστα ἀτιμάζων αὐτήν».

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

Β´ Νηστειῶν

«ἆρον τὸν κράβαττόν σου...»
π. Χρήστου Ζαχαράκη
  


Οἱ Εὐαγγελικὲς περικοπὲς τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, καὶ γενικότερα τοῦ Τριωδίου, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔχουν μιὰ πνευματικὴ συνοχή· εἶναι τὸ χέρι τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ βῆμα-βῆμα μᾶς ὁδηγεῖ στὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας, ἕνα δρόμο ποὺ περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα τὸν δυσκολεύει ἡ παραλυσία μας. Τὸ «ἔρχου καὶ ἴδε» εἶναι ἡ κλήση, εἶναι ἡ προσωπική συνάντηση μὲ τὸ Χριστό, ποὺ ἄν ἐπιτευχθεῖ, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ δοξάζεις τὸ Θεό καὶ νὰ ἀναφωνεῖς ὅτι «οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν». Ἡ ὀρθὴ καὶ σωστὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ πληρώνεται μέσα στὴ σύναξη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ σημαίνει πὼς ἡ σωτηρία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀτομικό γεγονός. Ἡ σωτηρία ἐπιτυγχάνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία, μὲ τὸν δικό μας πνευματικό ἀγώνα καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ θεραπεύει τὰ ἀσθενῆ. Κι εἶναι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πάλι ποὺ, ἀναπληρώνοντας τὰ ἐλλείποντα, ὅταν ὁ ὄχλος ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ ἡ δική μας παραλυσία ἀπὸ τὴν ἄλλη μᾶς ἐμποδίζουν νὰ πλησιάσουμε τὸ Χριστὸ, θὰ  στείλει ἐκείνους ποὺ θὰ ἀποστεγάσουν καὶ τὸ σπίτι ἀκόμα γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸ Χριστό.
Ὁ ὄχλος πάντα μᾶς ἀποπροσανατολίζει καὶ μᾶς ἐμποδίζει νὰ πλησιάσουμε τὴν ἀλήθεια, γιατὶ, ἄν καὶ πλῆθος, ὁ καθένας μένει μόνος του, δὲν ἔχει καταφέρει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, νὰ συναντήσει τὸν ἄλλο, εἶναι ὀπαδοί. Ὅμως καὶ ἡ δική μας πνευματικὴ παραλυσία, στὴν ὁποία μᾶς ὁδηγοῦν τὰ πάθη, μᾶς κρατᾶ καθηλωμένους γιὰ χρόνια, ἀφήνοντάς μας στὸν πόνο τῆς ἁμαρτίας. Πάθη εἶναι ὅλα ἐκεῖνα ποὺ κλείνουν τὴ ζωὴ στὸν ἑαυτό μας, ποὺ δὲν τὴν ἀφήνουν ἐλεύθερη· ἀγάπη ποὺ φυλακίζεται εἶναι θάνατος.
Πάρα πολὺ χαρακτηριστικό στὴ διήγηση τῆς θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ εἶναι τὸ ὅτι ἐνῶ στὶς ἄλλες διηγήσεις θαυμάτων ὁ Χριστὸς ζητᾶ τὴν πίστη τῶν ἀσθενῶν, στὴ συγκεκριμένη διήγηση «ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Ἐδῶ δὲν παρακίνησε τὸν Ἰησοῦ στὸ θαῦμα μονάχα ἡ πίστη τοῦ παραλυτικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ πίστη ἐκείνων ποὺ τὸν ἔφεραν κοντά του. Μᾶς ἐπιβεβαιώνει ἔτσι ἐκεῖνο ποὺ σὲ ἄλλη περίσταση εἶχε πεῖ, ὅτι «οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν». Ὅμως ἐδῶ μιλᾶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἀφοῦ ἔχουμε τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, -τὴν ἀγάπη τοῦ Πατρός, τὴ χάρη τοῦ Κυρίου καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος-,  τὴν παρουσία τοῦ  λαοῦ   στὸ πρόσωπο τοῦ παραλυτικοῦ καὶ τοῦ ὄχλου, καὶ τῶν λειτουργῶν της στὸ πρόσωπο τῶν τεσσάρων, ποὺ μετέφεραν καὶ ὁδήγησαν τὸν παραλυτικὸ στὸ Χριστό. Οἱ λειτουργοί, ὡς διάκονοι τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, θὰ πρέπει νὰ ἔχουν τέτοια πίστη ὥστε, σηκώνοντας τὰ βάρη τῶν ἀνθρώπων καὶ  παρακάμπτοντας τὸν ὄχλο, νὰ ἀποστεγάζουν ὅ,τι κρύβει τὴν Ἀλήθεια.

Πάντα ὁ Χριστὸς συνδέει τὴ θεραπεία μὲ τὴν συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν, γιατὶ ἡ θεραπεία εἶναι ταυτόχρονα καὶ σωτηρία. Γι αὐτὸ τὸ «ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου», εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθήτω μοι». Τὸ κρεβάτι, ὅπου καθηλώνουμε τὸν ἑαυτό μας εἶναι καὶ ὁ σταυρός μας· αὐτὸν τὸν σταυρό ἄς σηκώσουμε… εἶναι ὁ πιὸ βαρύς!