Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Νηστεία καὶ ἐλεημοσύνη


«Μετανοίας ὁ καιρός, καὶ ζωῆς αἰωνίου πρόξενος ἡμῖν ὁ τῆς Νηστείας ἀγών, ἐὰν ἐκτείνωμεν χεῖρας εἰς εὐποιΐαν· οὐδὲν γὰρ οὕτω σῴζει ψυχήν, ὡς ἡ μετάδοσις τῶν ἐπιδεομένων, ἡ ἐλεημοσύνη συγκεκραμένη τῇ νηστείᾳ, ἐκ θανάτου ῥύεται τὸν ἄνθρωπον· Αὐτὴν ἀσπασώμεθα, ἧς οὐδὲν ἴσον· ἱκανὴ γὰρ ὑπάρχει, σῶσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν». 
Στὴν Ἐκκλησία τίποτε δὲν εἶναι ἀτομικό. Ὅπου ὑπάρχει τὸ ἀτομικό ἐκεῖ ἀνοίγει ὁ δρόμος γιὰ τὴν ἀποκοπὴ ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ τὴν αἵρεση. Ὅσο τὸ ζητούμενο τῶν πιστῶν εἶναι ἡ ἀτομοκρατικὴ πνευματικότητα, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ θὰ παραμένει ἕνα ἰδεολόγημα ἄπιαστο καὶ μακρυνό, καὶ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας θὰ περιττεύει, ὡς μὴ ἀπαραίτητη καὶ ἀναγκαία. Ἔτσι π.χ. ἡ νηστεία ἀπὸ πνευματικό ἀγώνισμα, ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὴν λατρεία, ἀνάγεται σὲ ἀρετὴ ἱκανὴ νὰ φέρει ἀπὸ μόνη της τὴ σωτηρία. Ὅμως καθετὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία ἔχει ἀναφορά, γι᾽ αὐτὸ καὶ εἶναι συνδεδεμένα τὰ πάντα μὲ τὴ λατρεία, καὶ ἡ ἀναφορά τους εἶναι ὁ Κύριος, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ κέντρο τῆς λατρείας εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία, ἡ κατεξοχὴν πράξη ἀγάπης, ἡ ἴδια ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ παρ-οῦσα στὸν κόσμο. Ὅ,τι γίνεται λοιπὸν στὴν Ἐκκλησία εἶναι πράξεις ἀγάπης, εἴτε ἀπὸ τὸ Θεό, ποὺ ἔτσι ἀποκαλύπτεται καὶ δοξάζεται, εἴτε ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δέχεται τὸ Θεό καὶ σώζεται. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ τὸ ὅτι στὸ Τριώδιο ἡ νηστεία, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ λατρεία, συνδέεται ἄμεσα καὶ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη. Γιατί; Διότι εἶναι πράξη ἀγάπης καὶ οἱ πράξεις ἀγάπης στὴν Ἐκκλησία δὲν ἔχουν κατεύθυνση μόνο πρὸς τὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Δὲν ἀγαπᾶ κανεὶς πραγματικὰ τὸ Θεὸ, ἄν δὲν ἀγαπᾶ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Νηστεύοντας δὲν πλησιάζουμε μόνο τὸ Θεὸ, μὰ καὶ τὸν ἄνθρωπο, νηστεύουμε γιὰ νὰ περισσεύει καὶ γιὰ τὸν ἀδελφό μας. «Νηστείᾳ λαμπρύναντες τὴν σάρκα, ψυχὴν ἀρεταῖς καταπιάνωμεν, πένητας ἐκθρέψωμεν, πλοῦτον μὴ κενούμενον, ἐν οὐρανοῖς ὠνούμενοι».
π.Χρῆστος Ζαχαράκης

Πέμπτη τοῦ Μεγάλου Κανόνος


Γενέσεως τὸ Ἀνάγνωσμα
(Κεφ. ΙΗ’: 20-33)
Εἶπε Κύριος· Κραυγὴ Σοδόμων καὶ Γομόρρας πεπλήθυνται πρός με, καὶ αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν μεγάλαι σφόδρα. Καταβὰς οὖν ὄψομαι, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρός με, συντελοῦνται, εἰ δὲ μή, ἵνα γνῷ. Καὶ ἀποστρέψαντες ἐκεῖθεν οἱ ἄνδρες, ἦλθον εἰς Σόδομα. Ἀβραὰμ δὲ ἔτι ἦν ἑστηκὼς ἔναντι Κυρίου. Καὶ ἐγγίσας Ἀβραάμ, εἶπε· Μὴ συναπολέσῃς δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς, καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής, ἐὰν ὦσι πεντήκοντα δίκαιοι ἐν τῇ πόλει, ἀπολεῖς αὐτούς; οὐκ ἀνήσεις πάντα τόν τόπον ἕνεκεν τῶν πεντήκοντα δικαίων, ἐὰν ὦσιν ἐν αὐτῇ; Μηδαμῶς σὺ ποιήσῃς ὡς τὸ ῥῆμα τοῦτο, τοῦ ἀποκτεῖναι δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς, καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής, μηδαμῶς, ὁ κρίνων πᾶσαν τὴν γῆν, οὐ ποιήσεις κρίσιν. Εἶπε δὲ Κύριος· Ἐὰν εὕρω ἐν Σοδόμοις πεντήκοντα δικαίους ἐν τῇ πόλει, ἀφήσω πάντα τὸν τόπον δι' αὐτούς. Καὶ ἀποκριθεὶς Ἀβραάμ, εἶπε· Νῦν ἠρξάμην λαλῆσαι πρὸς τὸν Κύριόν μου, ἐγὼ δέ εἰμι γῆ καὶ σποδός. Ἐὰν δὲ ἐλαττονωθῶσιν οἱ πεντήκοντα δίκαιοι εἰς τεσσαρακονταπέντε, ἀπολεῖς, ἕνεκεν τῶν πέντε, πᾶσαν τὴν πόλιν. Καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω, ἐὰν εὕρω, ἐκεῖ τεσσαρακονταπέντε. Καὶ προσέθηκεν ἔτι λαλῆσαι πρὸς αὐτόν, καὶ εἶπεν· Ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ τεσσαράκοντα; Καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω, ἕνεκεν τῶν τεσσαράκοντα. Καὶ εἶπε· Μήτι, Κύριε, ἐὰν λαλήσω; ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ τριάκοντα; Καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω, ἕνεκεν τῶν τριάκοντα. Καὶ εἶπεν· Ἐπειδὴ ἔχω λαλῆσαι πρὸς τὸν Κύριον, ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ εἴκοσι; Καὶ εἶπεν· Οὐ μὴ ἀπολέσω, ἕνεκεν τῶν εἴκοσι. Καὶ εἶπε· Μήτι, Κύριε, ἐὰν λαλήσω ἔτι ἅπαξ; ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ δέκα; Καὶ εἶπεν, οὐκ ἀπολέσω, ἕνεκεν τῶν δέκα. Ἀπῆλθε δὲ ὁ Κύριος, ὡς ἐπαύσατο λαλῶν τῷ Ἀβραάμ, καὶ Ἀβραὰμ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ.

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Ἀμπέλι καλοκλήματο


Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ

«Ἀμπέλι καλοκλήματο» ἐφύτρωσε ἀπ᾿ τὴν Ἄννα, κι ἔβγαλε ἀνθὸ σταφύλι γλύκα, πιοτὸ θεϊκό, νὰ τὸ πιοῦν οἱ χωματένιοι ἄνθρωποι νὰ ζήσουν στὸν αἰώνα… Κορίτσι ποθητὸ καὶ τρισευλογημένο· «εὐλογημένη μέσα σ᾿ ὅλες τὶς γυναῖκες σύ, κι εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῶν σπλάχνων σου». Κορίτσι, θυγατέρα τοῦ βασιλιᾶ Δαβίδ, καὶ μάνα τοῦ βασιλιᾶ τῶν ὅλων, τοῦ Θεοῦ. Θεϊκὸ κι ὁλοζώντανο ἄγαλμα, ἡ εὐφροσύνη τοῦ Θεοῦ ποὺ σὲ ἔπλασε, ποὔχεις τὸ πνεῦμα σου θεοκυβέρνητο καὶ μόνο στὸ Θεὸ γυρνᾶς τὴν προσοχή σου. Κάθε σου πόθος στρέφει στὸν μόνο ποθητὸ κι ἀγαπημένο. Τὸ θυμό σου χύνεις μοναχὰ στὴν ἁμαρτία καὶ σ᾿ αὐτὸν ποὺ γέννησε τὴν ἁμαρτία. Ἐζοῦσες ζωὴ ἀνώτερη ἀπὸ τὴ φύση. Ὄχι ζωὴ δική σου, γιατὶ ἐσὺ δὲν ἐγεννήθηκες γιὰ σένα. Γιὰ τὸν Θεὸ λοιπὸν ἐζοῦσες, γι᾿ Αὐτὸν ἦλθες στὴ ζωή, Αὐτὸν πιστὰ νὰ ὑπηρετήσεις στὴν παγκόσμια σωτηρία, γιὰ νὰ πληρωθεῖ ἡ «προαιώνια ἀπόφαση» τοῦ Θεοῦ, ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ ἡ δική μας θέωση. Ἡ ὄρεξή σου μὲ θεϊκὰ νὰ τρέφεσαι λόγια, καὶ μὲ τὸ χυμό τους νὰ δυναμώνεις, σὰν «ἐλιὰ ὁλοκαρπη στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ, σὰ δένδρο, ποὺ φυτεύτηκε στὴν ἀκροποταμιὰ» τοῦ Πνεύματος, σὰ δένδρο τῆς ζωῆς, ποὺ καρποφόρησε στὸν καιρὸ ποὔχε ἀπὸ τὸ Θεὸ ταχθεῖ, Θεὸ ἐνσαρκωμένο, τὴν αἰώνια ζωὴ γιὰ τὰ πλάσματά Του ὅλα. Κρατᾶς κάθε λογισμὸ ποὺ τρέφει κι ὠφελεῖ τὴ ψυχή, καὶ ρίχνεις πέρα, πρὶν κἂν τὸ δοκιμάσεις, κάθε τι ποὺ ἄχρηστο σοῦ εἶναι καὶ βλαβερό. Μάτια «γιὰ πάντα στὸν Κύριο δοσμένα» βλέπουν τὸ αἰώνιο κι «ἀπλησίαστο φῶς». Αὐτιὰ ποὺ ἀκοῦνε τὸν θεϊκὸ λόγο κι εὐφραίνονται μὲ τὴν κιθάρα τοῦ Πνεύματος, ποὺ ἀπὸ μέσα τους πέρασε ὁ Λόγος γιὰ νὰ σαρκωθεῖ. Ρουθούνια γοητευμένα μὲ τὴν εὐωδιὰ τῶν ἀρωμάτων τοῦ Νυμφίου, ποὺ ἄρωμα θεϊκὸ ξεχύνεται ἐλεύθερα καὶ χρίει τὴν ἀνθρώπινή Του φύση. «Ἄρωμα ποὺ χύθηκε τ᾽ ὄνομά σου» λέγει ἡ ἁγία Γραφή. Χείλη ποὺ δοξολογοῦν τὸν Κύριο καὶ μένουν κολλημένα στὰ δικά Του χείλη. Ἡ γλώσσα κι ὁ οὐρανίσκος ποὺ ξέρουν νὰ διακρίνουν τὰ λόγια του Θεοῦ καὶ μὲ τὴ θεϊκή τους νὰ χορταίνουν γλύκα. Καρδιὰ καθαρὴ κι ἀμόλυντη, ποὺ βλέπει καὶ ποθεῖ τὸν ἀόρατο Θεό.


Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ,Ἡ Θεοτόκος, Ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1990, σελ. 91

Εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας



Νικολάου Καβάσιλα, Εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας•

Ἐὰν πρέπει κάποτε νὰ χαίρῃ ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ σκιρτᾶ καὶ νὰ ψάλλῃ μὲ εὐφροσύνη, ἐὰν ὑπάρχῃ μιὰ περίοδος ποὺ ἀπαιτεῖ νὰ λεχθῇ ὅ,τι ὑπάρχει πιὸ μεγάλο καὶ πιὸ λαμπρὸ καὶ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ποθῇ νὰ ἔχῃ ὅσο τὸ δυνατὸν εὐρύτερη σχέση, ὡραιότερη ἔκφραση καὶ δυνατώτερο λόγο, γιὰ νὰ ὑμνήσῃ τὰ μεγαλεῖα της, δὲν βλέπω ποιὰ ἄλλη μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτή, ἂν ὄχι ἡ σημερινὴ γιορτή. Γιατὶ σὰν σήμερα ἔφθασε στὴ γῆ Ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀναγγέλλοντας τὴν ἀπαρχὴ ὅλων των καλῶν. Σήμερα ὁ οὐρανὸς μεγαλύνεται. Σήμερα ἡ γῆ ἀγάλλεται. Σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση χαίρει. Καὶ δὲν μένει ἔξω ἀπὸ τὴ γιορτὴ οὔτε Αὐτὸς ποὺ κρατεῖ στὰ χέρια Του τὸν οὐρανό. Γιατὶ αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν σήμερα εἶναι ἕνα πραγματικὸ πανηγύρι. Ὅλοι συναντιοῦνται σ᾿ αὐτό, στὴν ἴδια χαρά. Ὅλοι ζοῦν καὶ δίνουν καὶ σ᾿ ἐμᾶς τὴν ἴδια εὐφροσύνη: Ὁ Δημιουργός, τὰ δημιουργήματα ὅλα, ἡ ἴδια ἡ μητέρα τοῦ Δημιουργοῦ ποὺ τοῦ πρόσφερε τὴ φύση μας καὶ τὸν ἔκαμε ἔτσι κοινωνὸ στὶς χαρμόσυνες συνάξεις καὶ τὶς γιορτές μας. Χαίρει πρὶν ἀπ᾿ ὅλους ὁ Δημιουργός. Γιατὶ εἶναι βέβαια εὐεργέτης κι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἔχει σὰν ἔργο Του τὴν εὐεργεσία. Ποτέ Του δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε καὶ δὲν ξέρει ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ προσφέρῃ καὶ νὰ εὐεργετῇ. Σήμερα ὅμως, χωρὶς νὰ σταματήσῃ τὸ σωτήριο ἔργο Του, περνᾶ στὴ δεύτερη θέση, ἔρχεται ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ποὺ εὐεργετοῦνται. Καὶ δὲν χαίρεται τόσο γιὰ τὶς μεγάλες δωρεὲς ποὺ χάρισε Αὐτὸς στὴν κτίση καὶ ποὺ τὸν ἀποδεικνύονν γενναιόδωρο, ὅσο γιὰ τὰ μικρὰ ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τοὺς εὐεργετημένους, γιατὶ ἔτσι φανερώνεται ὅτι εἶναι φιλάνθρωπος. Καὶ θεωρεῖ ὅτι τὸν δοξάζουν ὄχι μόνο ἐκεῖνα ποὺ ὁ ἴδιος ἔδωσε στοὺς φτωχοὺς δούλους, ἀλλὰ κι ὅσα oι φτωχοί του χάρισαν. Γιατὶ ἂν καὶ διάλεξε ἀπὸ τὴ θεία δόξα τὴν κένωση καὶ καταδέχθηχε νὰ πάρῃ σὰν δῶρο ἀπὸ μᾶς τὴν ἀνθρώπινη φτώχεια, ὁ πλοῦτος Του ἔμεινε ἀναλλοίωτος καὶ μετέτρεψε πάνω του τὸ δῶρο μας σὲ κόσμημα καὶ βασιλεία.

•Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ, Ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1989, σελ. 119

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης (Κλίμακος)


Ὁ ὅσιος Ἰωάννης τοποθετεῖ στὴν κορυφὴ τῆς κλίμακος τὴν πίστη μαζὶ μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἀγάπη. Οἱ ἀρετὲς αὐτές, ὅπως καὶ στὸν ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Κι αὐτὸ γιατὶ δὲν μπορεῖς νὰ ἐλπίζεις σὲ κάτι ποὺ δὲν πιστεύεις, οὔτε ἀφήνεις τὸν ἑαυτό σου ὁλόκληρο, οὔτε κι ἐμπιστεύεσαι τὴ ζωή σου ὁλόκληρη, χωρὶς ὅρια καὶ προϋποθέσεις, στὰ χέρια κάποιου ποὺ δὲν ἀγαπᾶς. «Τὴν πίστιν καὶ τὴν ἐλπίδα ἡμῶν εἶναι εἰς Θεόν», ἡ πίστη μας καὶ ἡ ἐλπίδα μας εἶναι στὸ Θεό. Ἡ ἐλπίδα μας δὲν εἶναι σὲ πράγματα τοῦ κόσμου, οὔτε ἀκόμα σὲ πρόσωπα ποὺ δὲν μποροῦν νὰ μᾶς δώσουν τίποτα παραπάνω ἀπ᾽ ὅ,τι ἔχει ὁ κόσμος. Ὁ Θεὸς στὴν αἰώνια ὕπαρξη τοῦ ὁποίου πιστεύομε καὶ τὸν ἀμετάθετο λόγο τοῦ ὁποίου ἔχουμε ἐμπιστοσύνη, ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης μᾶς βεβαιώνει γιὰ τὴν ἐλπίδα μας, καὶ ἐγγυᾶται τὴ σωτηρία μας. (π.Χρῆστος Ζαχαράκης)

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Γενέσεως τὸ Ἀνάγνωσμα (Κεφ. Ι’: 32 – ΙΑ’: 9)



Αὗται αἱ φυλαὶ υἱῶν Νῶε, κατὰ γενέσεις αὐτῶν, κατὰ ἔθνη αὐτῶν. Ἀπὸ τούτων διεσπάρησαν νῆσοι τῶν ἐθνῶν ἐπὶ τῆς γῆς, μετὰ τὸν κατακλυσμόν. Καὶ ἦν πᾶσα ἡ γῆ χεῖλος ἕν, καὶ φωνὴ μία πᾶσι. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κινῆσαι αὐτοὺς ἀπὸ ἀνατολῶν, εὗρον πεδίον ἐν γῇ Σεναάρ, καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ. Καὶ εἶπεν ἕκαστος τῷ πλησίον αὐτοῦ. Δεῦτε πλινθεύσωμεν πλίνθους, καὶ ὀπτήσωμεν αὐτὰς πυρί. Καὶ ἐγένετο αὐτοῖς ἡ πλίνθος εἰς λίθον, καὶ ἄσφαλτος αὐτοῖς ἦν ὁ πηλός. Καὶ εἶπον· Δεῦτε οἰκοδομήσωμεν ἑαυτοῖς πόλιν καὶ πύργον, οὗ ἡ κεφαλὴ ἔσται ἕως τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ποιήσωμεν ἑαυτοῖς ὄνομα πρὸ τοῦ διασπαρῆναι ἡμᾶς ἐπὶ προσώπου πάσης τῆς γῆς. Καὶ κατέβη Κύριος ὁ Θεὸς ἰδεῖν τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον, ὃν ᾠκοδόμησαν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων. Καὶ εἶπε Κύριος· Ἰδοὺ γένος ἕν, καὶ χεῖλος ἓν πάντων, καὶ τοῦτο ἤρξαντο ποιῆσαι, καὶ νῦν οὐκ ἐκλείψει ἀπ' αὐτῶν πάντα, ὅσα ἂν ἐπιθῶνται ποιεῖν. Δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν, ἵνα μὴ ἀκούσωσιν ἕκαστος τῆς φωνῆς τοῦ πλησίον. Καὶ διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος ὁ Θεὸς ἐκεῖθεν ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς, καὶ ἐπαύσαντο οἰκοδομοῦντες τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον. Διὰ τοῦτο ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτῆς, Σύγχυσις, ὅτι ἐκεῖ συνέχεε Κύριος ὁ Θεὸς τὰ χείλη πάσης τῆς γῆς, καὶ ἐκεῖθεν διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος ὁ Θεὸς ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς.

Προφητείας Ἡσαΐου τὸ Ἀνάγνωσμα (Κεφ. ΚΗ’: 14-22)



Τάδε λέγει Κύριος· Ἀκούσατε λόγον Κυρίου, ἄνδρες τεθλιμμένοι, καὶ οἱ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ τούτου τοῦ ἐν Ἱερουσαλήμ, ὅτι εἴπατε· Ἐποιήσαμεν διαθήκην μετὰ τοῦ ᾍδου, καὶ μετὰ τοῦ θανάτου συνθήκην, καταιγὶς φερομένη ἐὰν παρέλθῃ, οὐ μὴ ἔλθῃ ἐφ' ἡμᾶς, ἐθήκαμεν ψεῦδος τὴν ἐλπίδα ἡμῶν, καὶ τῷ ψεύδει σκεπασθησόμεθα. Διὰ τοῦτο, τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεός· Ἰδοὺ ἐγὼ ἐμβαλῶ εἰς τὰ θεμέλια Σιὼν λίθον πολυτελῆ, ἐκλεκτόν, ἀκρογωνιαῖον, ἔντιμον εἰς τὰ θεμέλια αὐτῆς, καὶ ὁ πιστεύων ἐπ' αὐτῷ, οὐ μὴ καταισχυνθῇ, καὶ θήσω κρίσιν εἰς ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλεημοσύνη μου εἰς σταθμούς, καὶ οἱ πεποιθότες μάτην ψεύδει, ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ὑμᾶς καταιγίς. Μὴ καὶ ἀφέλῃ ὑμῶν τὴν διαθήκην τοῦ θανάτου, καὶ ἡ ἐλπὶς ὑμῶν ἡ πρὸς τὸν ᾍδην οὐ μὴ ἐμμείνῃ; Καταιγὶς φερομένη ἐὰν ἐπέλθῃ, ἔσεσθε αὐτὴ εἰς καταπάτημα, ὀταν παρέλθῃ, λήψεται ὑμᾶς, ὅτι πρωῒ πρωῒ, παρελεύσεται ἡμέρας, καὶ ἐν νυκτὶ ἔσται ἐλπὶς πονηρά. Μάθετε ἀκούειν, στενοχωρούμενοι, οὐ δυνάμεθα μάχεσθαι, αὐτοὶ δὲ ἀσθενοῦμεν τοῦ ἡμᾶς συναχθῆναι. Ὥσπερ ὄρος ἀσεβῶν, ἀναστήσεται Κύριος, καὶ ἔσται ἐν τῇ φάραγγι Γαβαών, μετὰ θυμοῦ ποιήσει τὰ ἔργα αὐτοῦ, πικρίας ἔργον, ὁ δὲ θυμὸς αὐτοῦ ἀλλοτρίως χρήσεται, καὶ ἡ πικρία αὐτοῦ ἀλλοτρία. Καὶ ὑμεῖς μὴ εὐφρανθείητε, μηδὲ ἰσχυσάτωσαν ὑμῶν οἱ δεσμοί, διότι συντετελεσμένα καὶ συντετμημένα πράγματα ἤκουσα παρὰ Κυρίου Σαβαώθ, ἃ ποιήσει ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Περὶ νηστείας...

Ἡ νηστεία ἄν καὶ οὐσιαστικὸ στοιχεῖο ἄσκησης, δὲν παρέμεινε στὴν ἐξέχουσα θέση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ποὺ τῆς ἁρμόζει, εἴτε γιατὶ παραθεωρεῖται ἡ ἀξία της, εἴτε γιατὶ ἔχει καταντήσει αὐτοσκοπός. Καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις πρόκειται μᾶλλον γιὰ θρησκευτικὴ παρεκτροπή καὶ ἔλλειψη ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας. Τὰ πάντα ἤ σχεδὸν τὰ πάντα μέσα στὴν Ἐκκλησία ἔχουν ἀποκτήσει μιὰ νομικίστικη ἀντίληψη καὶ μιὰ ἠθικὴ ἑρμηνεία, αὐτὰ ποὺ καταδίκαζε δηλαδὴ ὁ Χριστός, γιατὶ σκληραίνουν τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, πότε μὲ τὴ περηφάνεια καὶ πότε μὲ τὸ φόβο. Ἡ στάση καὶ ἡ θέση ποὺ παίρνουμε ἀπέναντι στὸν ἑαυτό μας, ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία κι ἀπέναντι στὸ Θεό, σχετίζονται ἄμεσα ἀπὸ τὸ τὶ θεωροῦμε καὶ πιστεύουμε ὅτι εἶναι ἡ ἁμαρτία. Καὶ τὴν ἐντοπίζουμε πάντοτε στὰ ἠθικὰ παραπτώματα. Ὅμως ἡ ἁμαρτία δὲν εἶναι ἠθικὸ παράπτωμα ἀλλὰ παρεκτροπὴ ζωῆς, -τὸ ἠθικὸ παράπτωμα εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας-. Ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀπιστία, ἁμαρτία εἶναι νὰ προσδίδουμε ἠθικὴ ἀξία στὶς πράξεις μας, ἁμαρτία εἶναι νὰ ἑρμηνεύουμε τὸ Χριστὸ ἀντὶ νὰ τὸν ἀκολουθοῦμε... Μόνο ἀκολουθώντας τὸ Χριστὸ τὰ πάντα στὴν Ἐκκλησία ἔχουν νόημα καὶ διακονοῦν στὴ σωτηρία. Τότε μποροῦμε νὰ νηστεύουμε δίχως νὰ μετατρέπουμε τὴ νηστεία σ᾽ ἕναν ἀπαρέγκλητο κώδικα ἐπιτρεπόμενων καὶ μὴ τροφῶν, ποὺ ὅμως μποροῦμε νὰ τὸν ἀντικαταστοῦμε μερικῶς καὶ ἀνάλογα μὲ τὸν πνευματικό καὶ τὴν «πνευματικότητά» μας (τὸ λάδι μὲ τὸ σπορέλαιο, τὸ τυρὶ μὲ τὸ τυρὶ σόγιας, κλπ). Νηστεία εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία: «Νηστεία καθαρά, μακρυσμὸς ἁμαρτίας, ἀλλοτρίωσις παθῶν, ἀγάπη πρὸς Θεόν, προσευχῆς ἐπιμέλεια, δάκρυα σὺν κατανύξει, καὶ πενήτων προμήθεια, ὡς ὁ Χριστὸς ἐν Γραφαῖς ἐπηγγείλατο».(π.Χρῆστος Ζαχαράκης)

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Οἱ ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες



Ἀπὸ τὰ πιὸ ἔνδοξα θύματα τῶν διωγμῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι οἱ ἅγιοι Σαράντα Μάρτυρες τῆς Σεβαστείας, τῶν ὁποίων ἡ Ἐκκλησία σήμερα τιμᾶ τὴ μνήμη. Μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔγραψαν σ᾽ αὐτοὺς ἐγκωμιαστικοὺς λόγους καὶ τὸ μαρτύριό τους εἶναι ἀπὸ τὶς ὑπεροχώτερες πράξεις καρτερίας καὶ ἡρωισμοῦ ποὺ τιμοῦν τὸ ἀνθρώπινο γένος. Καταδικάστηκαν νὰ μείνουν γυμνοὶ ἐπάνω στὴν παγωμένη λίμνη τῆς Σεβαστείας σὲ χειμωνιάτικη νύχτα, ποὺ ἔπνεε παγερὸς βοριᾶς. Ὁ Μέγας Βασίλειος στὸ ἐγκώμιό του πρὸς τοὺς Μάρτυρες μὲ τὰ ἑξῆς λόγια βάζει τοὺς Ἁγίους νὰ προτρέπουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο στὸ μαρτύριο· «Δριμὺς ὁ χειμών, ἀλλὰ γλυκὺς ὁ παράδεισος· ἀλγεινὴ ἡ πῆξις, ἀλλ᾽ ἡδεῖα ἡ ἀνάπαυσις...». Κι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ ἐπίσκοπος Νύσσης στὸ δικό του λόγο λέγει τὰ ἑξῆς· «σαρκὶ τὴν σάρκα καταπαλαίσαντες... ἐχώρουν ἐπὶ τὴν διὰ τοῦ θανάτου τελείωσιν».

( Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μικρός Συναξαριστής)

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Ἡ πορεία


Ἡ περίοδος τοῦ Τριωδίου εἶναι μιὰ μικρογραφία τοῦ βίου μας. Εἶναι ὁ δρόμος καὶ τὸ τέρμα, εἶναι ὁ ἀγώνας καὶ ἡ ἀπολαβή. Ἀπ᾽ ὅσους ἀποδύονται αὐτὸν τὸν ἀγώνα οἱ περισσότεροι εἶναι ἀνυποψίαστοι γιὰ τὸ νόημα καὶ τὸ σκοπό του, τὸν ἀκολουθοῦν μᾶλλον ἀπὸ μιὰ θρησκευτικὴ συνέπεια, ἀλλὰ καὶ ὅσοι συνειδητά εἰσέρχονται εἶναι ἀνυποψίαστοι γιὰ τὸ τὶ κόπος καὶ τὶ πόνος τοὺς περιμένει· ἕνας πραγματικὸς Σταυρός! Πάνω του πρέπει ν᾽ ἀποθέσουμε τὸν ἐγωισμό καὶ τὴν ὑπερηφάνεια μας, τὶς κακίες καὶ τὰ πάθη μας, τοὺς πόνους καὶ τὶς πίκρες μας, ἀκόμη καὶ τὶς ἐλπίδες μας, νὰ παραμείνει μόνο μία... Κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ διαρκέσει μιὰ ὁλόκληρη ζωή, ὄχι γιὰ κανέναν ἄλλο λόγο, ἀλλὰ γιατὶ ἀρνούμαστε ν᾽ἀδειάσουμε τὴν ψυχή μας ἀπ᾽ ὅλ᾽ αὐτά, φοβόμαστε μήπως τὰ καρφιὰ τοῦ σταυροῦ διαπεράσουν τὴν καρδιά μας... Ἀλλὰ «οὐδεὶς ἐπιβαλὼν τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ᾽ ἄροτρον καὶ βλέπων εἰς τὰ ὀπίσω, εὔθετος ἐστὶν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Τὸ ὅραμα τῆς νίκης ἐπὶ τοῦ θανάτου εἶναι Ζωὴ καὶ Ἀνάσταση καὶ γιὰ νὰ νικηθεῖ ὁ θάνατος πρέπει νὰ ἀπεκδυθοῦμε ὁ,τιδήποτε δικό του, ὁ,τιδήποτε μᾶς κρατάει δέσμιους. Γι᾽αὐτὸ ἔχει νόημα ἡ νηστεία, γιατὶ ἡ νηστεία εἶναι πάνω ἀπ᾽ὅλα ἀποταγή! Καὶ γι᾽ αὐτὸ ὁ Χριστὸς εἶπε πὼς «τοῦτο τὸ γένος -τὸ δαιμονικό, ποὺ μᾶς θέλει καὶ μᾶς κρατάει στὸ θάνατο- ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ». Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ προσευχὴ μᾶς συνδέει μὲ τὸ Θεό, ἐνῶ ἡ νηστεία μᾶς ἀποσυνδέει ἀπὸ τὴ φθορά. Προσευχὴ εἶναι ἡ ἀναφορά μας στὸ Θεό, νηστεία ἡ ἀποκοπή μας ἀπὸ τὸν κόσμο.(π.Χρῆστος Ζαχαράκης)