Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΑ ΠΛΟΥΣΙΟΥ

Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Κυριακὴ Θ' Λουκᾶ (Λουκᾶς, 12,16-21)
20 Νοεμβρίου 1983
Θὰ παρακαλέσουμε ὅσους, ποὺ θὰ ἀκούσουν τὸ σημερινὸ κήρυγμα, νὰ τὸ ἀκούσουν ἀπροκατάληπτα. Ὅπου κι ἂν ἀνήκουν, ὅ,τι κι ἂν πιστεύουν, ἂν εἶναι πλούσιοι ἤ ἂν εἶναι φτωχοί, στὸ Εὐαγγέλιο ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία νὰ ἀκούσουν τί λέγει ὁ Θεός. Τὸ ζήτημα, ποὺ θίγεται στὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονα πλουσίου, εἶναι ὁ πλοῦτος ἤ, γιὰ νὰ ποῦμε καλύτερα, ἡ πλεονεξία. Ἀλλὰ ἐπάνω σ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἡ ἀτμόσφαιρα, θὰ λέγαμε, εἶναι ἠλεκτρισμένη· ὅπου κι ἂν τὸ ἀγγίξη κανεὶς κινδυνεύει νὰ καῆ, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τολμᾶ νὰ πῆ γνώμη, εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς. Οἱ πλούσιοι πιστεύουν πὼς ὅσα ἔχουν εἶναι μόνο δικά τους καὶ πρέπει μὲ κάθε τρόπο νὰ τὰ κρατήσουν. Οἱ φτωχοὶ πάλι πιστεύουν πὼς ὅσα δὲν ἔχουν πρέπει νὰ τὰ ἀποκτήσουν, γιατί τοὺς ἀνήκουν. Ἔτσι λοιπὸν πλούσιοι καὶ φτωχοὶ συναντιοῦνται στὸ ἴδιο σημεῖο, στὴν ἀγάπη τοῦ πλούτου. Ἀλλ’ ἄς ἀκούσωμε τὸ Εὐαγγελικὸ κείμενο, μεταφρασμένο στὴ γλώσσα μας.
  Εἶπε ὁ Κύριος αὐτὴν ἐδῶ τὴν παραβολὴ· «Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος καὶ κάρπισαν τὰ χωράφια του. Καὶ διαλογιζότανε μέσα του κι ἔλεγε· ‘Τί νὰ κάμω; Δὲν ἔχω ποὺ νὰ συνάξω τοὺς καρπούς μου!’. Σὲ  μιὰ στιγμὴ εἶπε· ´´Αὐτὸ θὰ κάμω! Θὰ γκρεμίσω τὶς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ χτίσω μεγαλύτερες. Θὰ μαζέψω ἐκεῖ ὅλα μου τὰ γεννήματα καὶ τὰ ἀγαθά μου καὶ θὰ πῶ στὴν ψυχή μου· Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ γιὰ πολλὰ χρόνια· ἀναπαύου λοιπόν, φάγε, πιέ, καλοπέρνα!’´. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε· ‘Ἄμυαλε! Τούτη τὴ νύχτα ἀπαιτοῦν ἀπὸ σένα τὴν ψυχή σου. Αὐτὰ λοιπὸν ποὺ ἑτοίμασες σὲ ποιὸν θὰ πᾶνε; Ἔτσι παθαίνει ὅποιος θησαυρίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ δὲν εἶναι πλούσιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ». Διδάσκοντας αὐτὰ στὸ τέλος εἶπε· «Ὅποιος ἔχει αὐτιὰ γιὰ νὰ ἀκούη, ἄς ἀκούη».!
Ὅταν σήμερα, μὲ ἀφορμὴ τὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονα πλουσίου, καταπιανώμαστε νὰ ὁμιλήσουμε γιὰ τὸν πλοῦτο, νὰ μὴ νομίση κανεὶς πὼς ἀγνοοῦμε σὲ τί καιρὸ βρισκόμαστε καὶ σὲ ποιοὺς ὁμιλοῦμε. Τὸ ξέρομε καλὰ πὼς κινδυνεύομε νὰ ὁμιλοῦμε στὸν ἀέρα κι εἴμαστε βέβαιοι πὼς κανένας σχεδὸν δὲν ἀκούει· μήτε πλούσιος μήτε φτωχός. Ή, γιὰ νὰ ποῦμε καλύτερα, ὁ καθένας ἀκούει μὲ τὸν δικό του τρόπο κι ὅλοι ἀγανακτοῦν ἐναντίον μας, γιατί καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἔχουν δική τους γνώμη καὶ εἶναι βέβαιοι πὼς ἔχουν ἀπόλυτο δίκιο. Καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ φτωχοί· γιατί ὅλοι συναντιοῦνται στὸ ἴδιο σημεῖο, στὴ λατρεία τοῦ πλούτου, στὴν προσήλωσή τους στὸν παρόντα βίο, σὰν κι αὐτὸς μόνο νὰ εἶναι ὁ κόσμος τοῦ ἀνθρώπου κι ἡ ζωή του.  Μιὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι ὅλοι ἀγαποῦν τὸν πλοῦτο. Οἱ πλούσιοι τὸν κατέχουν καὶ ἀγωνιοῦν νὰ μὴ τὸν χάσουν· οἱ φτωχοὶ δὲν τὸν ἔχουν κι ἀγωνίζονται νὰ τὸν ἀποκτήσουν. Εἶναι καὶ κάποιοι, ποὺ τάχα καταδικάζουν τὸν πλοῦτο. Αὐτοὶ ὅμως δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς. Αὐτοὶ δὲν καταδικάζουν τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ τὸν κατέχουν. Γι’ αὐτὸ μόλις μπορέσουν γίνονται κι αὐτοὶ πλούσιοι κι εἶναι εὐχαριστημένοι. Ἂν τὸ ἰδανικό τοῦ Εὐαγγελίου ἦταν μόνο κοινωνικό, θὰ λέγαμε κι ἐμεῖς· «Ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι νὰ ἀντιστραφοῦν οἱ ὅροι καὶ νὰ γίνουν οἱ πλούσιοι φτωχοὶ κι οἱ φτωχοὶ πλούσιοι, ἀλλὰ νὰ γίνουν ὅλοι πλούσιοι». Μὰ τὸ ἰδανικό τοῦ Εὐαγγελίου δὲν εἶναι αὐτό. Ὁ Χριστός, ὄχι ὅπως τὸν ἑρμηνεύουν οἱ εἰδωλολάτρες τοῦ μαμωνᾶ, τὸ ἴδιο οἱ πλούσιοι κι οἱ φτωχοί, μὰ ὅπως ὁμιλεῖ καὶ πράττει στὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς λοιπὸν ξεπερνάει τὸν πειρασμὸ τοῦ πλούτου. Δὲν τὸν καταδικάζει, μὰ μήτε τὸν δικαιώνει· ἐπισημαίνει τὸν κίνδυνο τοῦ πλούτου· «Ὁρᾶτε καὶ φυλάσσεσθε ἀπὸ πάσης πλεονεξίας». Προσέχετε καὶ φυλάγεσθε ἀπὸ κάθε πλεονεξία.
Ἄς ἔλθωμε τώρα πιὸ κοντὰ στὴν παραβολή. Σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν ὁμιλεῖ γιὰ τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ γιὰ τὴν πλεονεξία καὶ τὴν ἀφροσύνη ἑνὸς πλουσίου. Ποτὲ δὲν ὁμιλεῖ γιὰ τὰ πράγματα, ἀλλὰ πάντα γιὰ τὸν ἄνθρωπο μέσα στὰ πράγματα. Καὶ τὸν θέλει κυρίαρχο κι ἐξουσιαστὴ τῶν πραγμάτων, κι ὄχι ὑποταγμένο καὶ δοῦλο σ’ αὐτά. Ἀπὸ μόνα τους τὰ πράγματα δὲν εἶναι μήτε καλὰ μήτε κακά. Πιὸ σωστὰ θὰ λέγαμε πὼς ὅλα, κι ὁ ἄνθρωπος καὶ τὰ πράγματα, εἶναι φτιαγμένα ἀπὸ τὸ Θεὸ «καλὰ λίαν», μὰ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν κακὴ προαίρεσή του χαλάει καὶ τὸν ἑαυτό του, χαλάει καὶ τὰ πράγματα. Στὰ χέρια τοῦ ἀνθρώπου τὸ σίδερο γίνεται μαχαίρι γιὰ νὰ κόψη ψωμὶ καὶ μαχαίρι γιὰ νὰ σφάξη τὸ συνάνθρωπό του. Στὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων κι ὁ πλοῦτος εἶν’ ἕνα μέσον γιὰ νὰ ζήσουν καὶ  μιὰ αἰτία γιὰ νὰ πεθάνουν· ἄλλοι μέσ’ στὴν πλησμονὴ καὶ τὴ χορτασιά τους, κι ἄλλοι μέσ’ στὴ στέρηση καὶ τὴν πείνα. Γιατί δὲν ὑπάρχει ὅριο, ποὺ νὰ χωρίζη τὸν πλοῦτο ἀπὸ τὴ φτώχεια. «Τί νὰ κάμω;» λέγει ὁ ἄφρονας πλούσιος, κι εἶναι φτωχὸς μέσα στὰ καλά του. «Δόξα τῷ Θεῷ» λέγει ὁ φτωχός, κι εἶναι πλούσιος μέσα στὴν αὐτάρκειά του. Γιατί, ἂν ὑπάρχη ἕνα ὅριο μέσα στὸν πλοῦτο καὶ τὴ φτώχεια, αὐτὸ εἶναι μόνο ἡ αὐτάρκεια· νὰ ἀρκεῖσαι σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἔχεις. Τὸ ἀντίθετο εἶναι ἡ πλεονεξία· νὰ θέλης νὰ ἔχης ὅλο καὶ περισσότερα καὶ ποτὲ νὰ μὴ λὲς «φτάνει»·  νὰ πιστεύης πὼς ὅσα ἔχεις, ὅπως κι ἂν τ’ ἀπόκτησες, εἶναι δικά σου καὶ μόνο γιὰ σένα. Τὰ ἀγαθά «μου», τὰ γεννήματά «μου» λέγει ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς, καὶ τὰ σχετίζει μὲ τὴν ψυχή του καὶ τὰ ταυτίζει μὲ τὸν ἑαυτὸ του· αὐτὸς καὶ τὰ γεννήματά του εἶναι τὸ ἴδιο. Φτάνει ποὺ εἶναι γεμάτες οἱ ἀποθῆκες· καὶ τί ἄλλο τάχα χρειάζεται γιὰ νὰ ζῆ, νὰ ἀναπαύεται, νὰ τρώγη, νὰ πίνη καὶ νὰ εὐφραίνεται; Ὁ Μέγας Βασίλειος, στὴν περίφημη ὁμιλία του στὸν ἄφρονα πλούσιο, σὲ  μιὰ στιγμὴ ρωτάει· «Εἰ δὲ χοιρείαν εἶχες ψυχήν, τί ἂν ἄλλο ἤ τοῦτο αὐτῇ εὐηγγελίσω;»· ἂν ἤσουν χοῖρος, τί ἄλλο τάχα θὰ ’λεγες στὴν ψυχή σου;
Ὁ πειρασμὸς τοῦ πλούτου καὶ τῆς πλεονεξίας εἶναι τόσο μεγάλος καὶ ἰσχυρός, ποὺ μήτε κι ὁ θάνατος τὸν νικάει. Τὸ βλέπομε κάθε μέρα καὶ τὸ διαπιστώνομε ὅτι πεθαίνουν οἱ φτωχοί, μὰ πεθαίνουν κι οἱ πλούσιοι. Καὶ κανένας δὲν ξέρει πότε πεθαίνει καὶ κανένας δὲν παίρνει τίποτε μαζί του. Ὁ φτωχὸς βέβαια, γιατί δὲν ἔχει· μὰ κι ὁ πλούσιος, γιατί δὲν μπορεῖ. Στὴ γέννησή τους καὶ στὸ θάνατό τους εἶναι τὸ ἴδιο καὶ πλούσιοι καὶ φτωχοί. Αὐτὰ ποὺ εἶναι γύρω σ’ αὐτὸν ποὺ γεννιέται στὸ παλάτι δὲν τοῦ προσθέτουν τίποτε, κι αὐτὰ ποὺ λείπουν σ’ αὐτὸν ποὺ γεννιέται στὸ καλύβι, δὲν τοῦ ἀφαιροῦν τίποτε. Γιατί ποτὲ δὲν ταυτίζεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ γύρω του·   τὰ πρόσωπα εἶναι πρόσωπα, καὶ τὰ πράγματα εἶναι πράγματα. Ὅσο κι ἂν ξεγελαστῆς μέσα στὸν πλοῦτο σου κι ὅσο κι ἂν ἀποκάμης μέσα στὴ φτώχειά σου, νὰ μὴν ξεθαρρέψης πὼς ἐσὺ καὶ τὰ γύρω σου, ὅσα ἔχεις ὁ πλούσιος κι ὅσα σοῦ λείπουν τοῦ φτωχοῦ, εἶναι τὸ ἴδιο. Ὁ πλούσιος μέσα στὰ καλά του εἶν’ ἕνας ἄνθρωπος καὶ τίποτε παραπάνω, κι ὁ φτωχὸς μέσα στὴ φτώχεια του εἰν’ ἕνας ἄνθρωπος καὶ τίποτε παρακάτω. Ὅταν ἔλθη ὁ καιρὸς νὰ φύγουν, φεύγουν κι οἱ δυὸ περισσότερο ἀπὸ γυμνοί. Πιὸ δικό μας ἀπὸ τὸ σῶμα δὲν ὑπάρχει, κι ὅμως κι αὐτὸ φεύγοντας δὲν τὸ παίρνομε μαζί μας τὸ ἀφήνομε στὴ γῆ ὡς τὴν ἡμέρα τῆς κοινῆς ἀνάστασης. Ὅσα λοιπὸν συνάζομε σὲ ποιὸν θὰ πᾶνε; Ἡ ἐρώτηση πρὸς τὸν ἄφρονα πλούσιο εἶναι ἡ ἴδια πρὸς τὸν κάθε πλεονέκτη, ὅταν γυμνὸς καὶ περισσότερο ἀπὸ γυμνὸς ἀναγκάζεται νὰ φύγη · «ἃ δὲ ἠτοίμασας τίνι ἔσται;».
Ἀλλὰ ἐδῶ ἀνοίγεται ἄλλο θέμα, γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ὁμιλεῖ ἡ παραβολή. «Ἔχω παιδιά», λέγει, «καὶ παλεύω γιὰ τὰ παιδιά μου κι ὅ,τι μάζεψα τὰ ἀφήνω στὰ παιδιά μου». Νὰ  μιὰ καλὴ πρόφαση τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς ἀφροσύνης τῶν πλουσίων. Τὰ παιδιά! Μά, ἂν τὸ θέλη ὁ Θεὸς κι ἂν τὸ σηκώνουν κι οἱ ἄνθρωποι, νὰ διαιωνίζη ἡ δυναστεία τοῦ πλούτου ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά! Κι ἂν εἶναι πιὸ ἄστατο καὶ πιὸ ἀπατηλὸ ἀπὸ τὸν πλοῦτο· περνάει ἀπὸ χέρι σὲ χέρι καὶ ξεγελάει ὅσους, ποὺ στηρίζουνε σ’ αὐτὸν τὶς ἐλπίδες των. «Μὴ ἠλπικέναι ἐπὶ πλούτου ἀδηλότητι» γράφει ὁ Ἀπόστολος, ποὺ πάει νὰ πῆ πὼς ἡ χειρότερη κληρονομιὰ γιὰ τὰ παιδιὰ εἶναι ὁ ὑλικὸς πλοῦτος. Γιατί ὅσοι τὰ βρίσκουν ἕτοιμα δὲν ξέρουν νὰ τὰ ἐκτιμήσουν καὶ δὲν εἶναι σὲ θέση οὔτε νὰ τὰ φυλάξουν οὔτε νὰ τὰ αὐξήσουν. Ἂν εἶναι ἀνάγκη καὶ χρειάζεται νὰ ἔχωμε  μιὰ οἰκονομικὴ βάση γιὰ νὰ ζήσουμε καὶ νὰ ἐργασθοῦμε, πρέπει νὰ μάθωμε καὶ νὰ ξερωμε πῶς βγαίνουν καὶ πῶς οἰκονομοῦνται τὰ καλά, ἀλλιῶς μέσα σὲ λίγον καιρὸ τρῶμε τὰ ἕτοιμα κι ὕστερα μένομε στὸ δρόμο. Ἄλλη εἶναι ἡ κληρονομιὰ κι ἄλλη ἡ προίκα, ποὺ καὶ οἱ πλούσιοι κι οἱ φτωχοὶ πρέπει νὰ ἀφήνουν στὰ παιδιά τους, γιὰ νὰ εἶναι σίγουροι πὼς τὰ παιδιὰ θὰ πιάσουν τόπο στὴ ζωή. Ἀλλὰ εἴπαμε πὼς τὰ παιδιὰ εἶναι καλὴ πρόφαση τῆς πλεονεξίας. Οἱ πλεονέκτες καὶ οἱ ἄφρονες πλούσιοι δὲν ἔχουν ἀγάπη οὔτε καὶ γιὰ τὰ παιδιά τους. Κάθε πλεονέκτης «θησαυρίζει καὶ οὐ γινώσκει τίνι συνάξει αὐτὰ».

Ποιὸν τάχα πείθομε σήμερα; Κανέναν! Πρῶτα, γιατί κανένας δὲν θέλει νὰ πεισθῆ· μήτε πλούσιος μήτε φτωχός. Ὁ πλούσιος, γιατί φοβᾶται μὴ φτωχύνει· κι ὁ φτωχός, γιατί βιάζεται νὰ πλουτίση. Ἔπειτα, γιατί στὸν κόσμο σήμερα οἱ ἄνθρωποι, γιὰ τὸν πλοῦτο καὶ γιὰ τὴ φτώχεια, μιλᾶνε  μιὰ ἄλλη γλώσσα, ποὺ ἐμεῖς δὲν τὴν ξέρομε. Ὅμως καὶ γιατί ἐμεῖς δὲν θέλομε νὰ πείσουμε κανένα. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς στέλνει γιὰ νὰ γίνωμε δικηγόροι τῆς ἀλήθειάς του, ἀλλὰ νὰ κηρύξουμε τὸ Εὐαγγέλιο. Ὄχι γιὰ νὰ πεισθοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ γιὰ νὰ πιστέψουν. Καὶ νὰ θέλαμε καὶ νὰ ’πρεπε νὰ γίνωμε δικηγόροι τῆς θείας ἀλήθειας στὸ ζήτημα τοῦ πλούτου, ὁμολογοῦμε πὼς μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ καιροῦ μας δὲν θὰ τὰ βγάζαμε πέρα. Δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς πείσουμε, ἀκριβῶς γιατί δὲν θέλουν νὰ πιστέψουν. Γὶ αὐτὸ κι ἐμεῖς ἀφήνοντας τὴ μάταιη προσπάθεια νὰ πείσωμε τοὺς ἀνθρώπους μὲ δικά μας ἀσθενῆ ἐπιχειρήματα, κηρύττομε τὸ Εὐαγγέλιο, μήπως καὶ πιστέψουν οἱ ἀπειθεῖς. Ἂν εἶναι εἰλικρινὴς καὶ ἄδολη ἡ διακονία μας, ὁ Θεὸς θὰ δώση νὰ πιστέψουν καὶ νὰ πεισθοῦν κάποιοι ἀπὸ τοὺς σύγχρονους εἰδωλολάτρες τοῦ πλούτου. Εἶναι ἄξιο νὰ προσέξουμε ὅτι ὁ Ἀπόστολος, μέσα σὲ κάποιες ἄλλες μεγάλες καὶ βαρειὲς ἁμαρτίες, μόνο τὴν πλεονεξία ὀνομάζει εἰδωλολατρία, «... καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία». Ἀλλ’ ἄς κλείσουμε τὴ σημερινὴ ὁμιλία μὲ τὰ ἴδια λόγια, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Μέγας Βασίλειος κλείνει τὴν ὁμιλία στὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονα πλουσίου· «Ἐγὼ μὲν εἶπον, ἃ συμφέρον ἐνόμιζον. Σοὶ δέ, πεισθέντι μέν, πρόδηλα τὰ ἐν ἐπαγγελίαις ἀποκείμενα ἀγαθά· παρακούσαντι δέ, γεγραμμένη ἐστὶν ἡ ἀπειλή, ἧς εὔχομαί σε τὴν πεῖραν διαφυγεῖν...». Ἀμήν.

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗ

Κυριακὴ Η' Λουκᾶ (Λουκᾶς, 10, 25-37)
13 Νοεμβρίου 1983
+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Τὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη, ποὺ θὰ ἀκούσωμε αὔριο στὸ Εὐαγγέλιο τῆς θείας Λειτουργίας, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν εἶπε σὲ κάποιο νομικό. Στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, σὰν  μιὰ χωριστή τάξη μαζὶ μὲ τοὺς Φαρισαίους, ἀναφέρονται οἱ νομικοὶ καὶ οἱ γραμματεῖς. Αὐτοὶ ἦσαν ἄνθρωποι, ποὺ καταγίνονταν στὴ μελέτη καὶ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Νόμου· ἄνθρωποι διαβασμένοι, ἀλλὰ στεγνοὶ καὶ προσκολλημένοι δουλικὰ στὸ γράμμα, χωρὶς νὰ μποροῦνε νὰ εἰσχωρήσουν στὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου. Γιατί ὁ Νόμος ἔχει πνεῦμα, ποὺ εἶναι πνεῦμα Θεοῦ. Ὁμιλοῦμε γιὰ τὸ Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε πὼς δὲν ἦλθε νὰ τὸν καταργήση, ἀλλὰ νὰ τὸν συμπληρώση. Αὐτὸς ὁ Νόμος, καθὼς γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή, «παιδαγωγὸς εἰς Χριστὸν γέγονεν»[1]. Ἐπὶ αἰῶνες ἑτοίμασε καὶ παιδαγώγησε τὸν Ἰουδαϊκὸ λαό, γιὰ νὰ τοὺς φέρη στὸ Χριστό· νὰ τοὺς ὁδηγήση ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Χάρης. Ἀλλ’ ἄς ἀκούσωμε τώρα τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, μεταφρασμένο στὴ γλώσσα μας.
  «Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ κάποιος νομικὸς πλησίασε τὸν Ἰησοῦ, γιὰ νὰ τὸν πειράξη καὶ τοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, τί νὰ κάμω, γιὰ νὰ κληρονομήσω ζωὴ αἰώνια;». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Τί εἶναι γραμμένο στὸ νόμο; τί διαβάζεις;». Κι ὁ νομικὸς ἀποκρίθηκε· «Θὰ ἀγαπήσης Κύριο τὸ Θεό σου μὲ ὅλη τὴν καρδιά σου καὶ μὲ ὅλη τὴν ψυχή σου καὶ μὲ ὅλη τὴ δύναμή σου καὶ μὲ ὅλη τὴ διάνοιά σου καὶ τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου». Τότε ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Σωστὰ ἀποκρίθηκες· αὐτὸ νὰ κάνης καὶ θὰ ζήσης». Μὰ ὁ νομικός, θέλοντας νὰ δικαιώση τὸν ἑαυτό του, εἶπε στὸν Ἰησοῦ· «Καὶ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον μου;». Τότε ὁ Ἰησοῦς ἀπάντησε καὶ εἶπε· «Ἕνας ἄνθρωπος κατέβαινε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴν Ἱεριχὼ κι ἔπεσε στὰ χέρια ληστῶν. Ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τὸν ἔγδυσαν καὶ τὸν χτύπησαν, ἔφυγαν καὶ τὸν ἄφησαν μισοπεθαμένο. Κατὰ σύμπτωση ἕνας ἱερέας κατέβαινε σ’ ἐκεῖνο τὸ δρόμο, κι ὅταν τὸν εἶδε, πέρασε κι ἔφυγε ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά. Τὸ ἴδιο κι ἕνας λεβίτης, ὅταν ἒφτασ’ ἐκεῖ καὶ τὸν εἶδε, πέρασε κι ἔφυγε ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά. Ἕνας ὅμως σαμαρείτης ὡδοιποροῦσε πρὸς τὰ κεῖ, κι ὅταν τὸν εἶδε πόνεσε μέσα του· τὸν πλησίασε, τοῦ ἔδεσε καλά τὰ τραύματα, ἀφοῦ τὰ ἔπλυνε μὲ κρασὶ καὶ μὲ λάδι, τὸν ἀνέβασε στὸ ζῶο του, τὸν ἔφερε σ’ ἕνα ξενοδοχεῖο καὶ τὸν περιποιήθηκε. Ὅταν τὴν ἄλλη μέρα ἔφυγε, ἔβγαλε κι ἔδωκε στὸν ξενοδόχο δυὸ δηνάρια καὶ τοῦ εἶπε· φρόντισέ τον κι ἂν τύχη καὶ ξοδέψης παραπάνω, ἐγὼ στὸ γυρισμό μου θὰ στὸ πληρώσω. Ποιὸς λοιπὸν ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς σοῦ φαίνεται πὼς ἔγινε πλησίον σ’ ἐκεῖνον, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τῶν ληστῶν;». Κι ὁ νομικὸς εἶπε· «Ἐκεῖνος ποὺ τὸν πόνεσε καὶ τὸν κοίταξε». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Πήγαινε καὶ κάνε καὶ σὺ τὸ ἴδιο».
   Αὐτὴ εἶναι ἡ παραβολή. Στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἔχει βέβαια τίτλο καὶ ἐπιγραφή, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ πρόσωπο, ποὺ κυριαρχεῖ σ’ αὐτὴν κι ἀπὸ τὴν πράξη του, πῆρε τὸν τίτλο τῆς παραβολῆς τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη. Εἶναι, ὅπως τὴν ἀκούσαμε, πολὺ ἁπλὴ στὴ σύνθεση καὶ τὴ διατύπωσή της, ὥστε νὰ διδάσκη ἀμέσως καὶ φανερὰ ἐκεῖνο ποὺ ἤθελε νὰ πῆ ὁ θεῖος Διδάσκαλος. Ὁ νομικὸς εἶναι ὁ διαβασμένος ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς του, ποὺ τοῦ πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ πὼς θὰ μποροῦσε νὰ μπλέξη τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ σὲ κάποια συζήτηση. Ἀλλὰ πῆρε ἕνα καλὸ μάθημα. Ὁ θεῖος Διδάσκαλος τοῦ ἔδωσε νὰ καταλάβη πὼς ἄλλο νὰ εἶναι κανεὶς διαβασμένος κι ἄλλο νὰ εἶναι καλὸς καὶ χρήσιμος ἄνθρωπος. Πολλοὶ πιστεύουν στὴ ματαιότητα τῶν λόγων καὶ λένε πάντα πολλά, τάχα γιὰ νὰ βροῦν τὴν ἀλήθεια, μὰ λίγοι στὴν κατάλληλη στιγμὴ κάνουν ὅ,τι πρέπει. Γι’ αὐτὸ βλέπομε στὴν παραβολὴ πὼς ἀλλιῶς ρωτᾶ ὁ νομικὸς κι ἀλλιῶς τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Γιατί πραγματικὰ ὑπάρχει  μιὰ διαφορὰ καὶ  μιὰ ἀντιστροφὴ στὴν ἀρχικὴ ἐρώτηση τοῦ νομικοῦ καὶ στὸ συμπέρασμα στὸ ὁποῖο καταλήγει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μετὰ τὴν παραβολή. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ὁ νομικὸς ρωτάει γιὰ νὰ μάθη ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον κι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τοῦ ἁπαντὰ τί κάνει ὁ πλησίον. Γιατί, ἀλήθεια, δὲν ἔχει σημασία ποιοὶ εἴμαστε, ἀλλὰ τί κάνομε· ἀπ’ ὅ,τι κάνομε δείχνομε ὁ καθένας ποιοὶ εἴμαστε. Πάει νὰ πῆ πὼς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἡ σοφία του καὶ τὸ ἀξίωμά του· σοφία εἶχε ὁ νομικὸς καὶ κάποιο ἀξίωμα εἶχαν ὁ ἱερέας κι ὁ λεβίτης. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ τί θέλει καὶ μπορεῖ νὰ κάμη γιὰ τὸν ἄλλο ἄνθρωπο.
Στὴ θεία Γραφὴ καὶ στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, σοφία δὲν εἶναι ἡ θεωρητικὴ γνώση, ἀλλὰ ἡ πράξη. Αὐτὸ θέλει νὰ πῆ τὸ πατερικὸ ἀξίωμα «πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις»[2]. Γιὰ νὰ φτάσης νὰ ξέρης πολλὰ καὶ νὰ φιλοσοφῆς γιὰ πολλά, πρέπει πρῶτα νὰ ἀσκηθῆς στὴν πράξη καὶ νὰ πάθης πολλά. Τὰ καλύτερα μαθήματα εἶναι τὰ παθήματα. Σὲ  μιὰ ἀρχαία τραγωδία ὁ χορὸς ὑμνεῖ τὸ Θεό, «τὸν πάθει τὸ μάθος θέντα»[3], ποὺ ἔβαλε νὰ μαθαίνη καὶ νὰ διδάσκεται ὁ ἄνθρωπος μέσα στὰ παθήματά του. Ἀλλὰ τί πᾶμε στὴν ἀρχαία τραγωδία. Ὁ Ἀπόστολος γράφει γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὅτι «ἔμαθεν, ἀφ ’ ὧν ἔπαθε τὴν ὑπακοὴν»[4]· ἂν καὶ ἦταν Υἱός, ἔμαθε τὴν ὑπακοὴ ἀπ’ ὅσα ἔπαθε, ἀσκήθηκε σὰν ἄνθρωπος στὴν ὑπακοὴ μέσα στὰ παθήματά του. Ἄψητοι τώρα ἄνθρωποι, χωρὶς τὴν πείρα τῆς ζωῆς, χωρὶς νὰ ξέρουν πῶς βγαίνει τὸ ψωμί, διαρκῶς συζητοῦν καὶ διδάσκουν πῶς μοιράζεται τάχα δίκαια τὸ ψωμί. Μὰ γιὰ νὰ φτάσης στὸ ὕψος τῆς θεωρητικῆς γνώσης καὶ σοφίας, πρέπει νὰ πατήσης γερὰ στὴν πράξη καὶ νὰ ἀνεβῆς ἕνα-ἕνα τὰ σκαλοπάτια τῆς ἄσκησης. Ὁ νομικός τῆς παραβολῆς ρωτάει τάχα γιὰ νὰ μάθη, κι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, κάνοντας πὼς δὲν τὸν καταλαβαίνει ὅτι ἐκεῖνος τὸν πειράζει, τὸν διδάσκει τί νὰ κάνη · «πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως»[5].
Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀπάντηση, ποὺ σὰν ἐντολὴ δίνει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸ νομικό, εἶναι  μιὰ ἀντιστροφὴ στὴν ἐρώτηση ποὺ τοῦ ἔγινε. Τὸ ἐρώτημα ἦταν ποιὸς εἶναι πλησίον, καὶ τὸ συμπέρασμα, σὲ  μιὰ ἀντερώτηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ποιὸς ἔγινε πλησίον «Τὶς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς ληστάς; Ὁ δὲ εἶπεν · ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ’ αὐτοῦ»[6]. Ὄχι ποιὸς εἶναι πλησίον στὸ Σαμαρείτη, ἀλλὰ σὲ ποιὸν γίνεται πλησίον ὁ Σαμαρείτης. Εἶναι σὰν καὶ νὰ λέγη ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸ νομικὸ· «Τί ρωτᾶς ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον; Ἐσὺ ’σαι ὁ πλησίον! Μὴν ψάχνεις νὰ βρῆς τὸν πλησίον· ἐσὺ ’σαι ὁ πλησίον κάθε φορὰ γιὰ κάθε ἄνθρωπο». Ὅταν ὁ Λεωνίδας τῆς Σπάρτης φύλαγε στὶς Θερμοπύλες, πῆγε κάποιος καὶ τοῦ εἶπε· «Οἱ Πέρσες εἶν ’ ἐδῶ κοντά μας». Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε· «Κι ἐμεῖς εἴμαστ ’ ἐδῶ κοντά τους». Πάει νὰ πῆ πὼς οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀμοιβαῖες· ὁ καθένας γιὰ μένα εἶναι ὅ,τι εἶμ’ ἐγὼ γιὰ κεῖνον. Ὅ,τι εἶσαι σὺ γιὰ μένα εἶμαι κι ἐγὼ γιὰ σένα· ἐσὺ πλησίον μου κι ἐγὼ πλησίον σου.
 Οἱ δυὸ ἐντολές, ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ κι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, πουθενὰ δὲν βρίσκονται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἡ  μιὰ κοντὰ καὶ σὰν συνέχεια στὴν ἄλλη. Ὅμως ἔτσι διατυπωμένες, ὅπως τὶς εἶπε ὁ νομικός, μᾶς βοηθοῦν γιὰ νὰ βροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ κι ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου. Μὴν πᾶς νὰ βρῆς τὸν ἑαυτό σου ἔξω ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ μὴν πᾶς νὰ βρῆς τὸν ἄλλο ἄνθρωπο ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Ἂν πᾶς ἀνάποδα, ξεκινώντας ἀπὸ τὸν ἄλλο ἄνθρωπο γιὰ νὰ βρῆς τὸν ἑαυτό σου, καὶ ξεκινώντας ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου γιὰ νὰ βρῆς τὸ Θεό, θὰ χάσης τὸ δρόμο. Μέσα στὸ Θεὸ βρίσκεις ποιὸς εἶσαι σύ, καὶ μέσα στὸν ἑαυτό σου βρίσκεις ποιὸς εἶναι ὁ ἄλλος ἄνθρωπος. Κι αὐτὸς κάθε φορὰ εἶναι ὁ πλησίον, ὁ ἕνας ἄνθρωπος, τὸ συγκεκριμένο πρόσωπο. Ἕνας ὁ Θεός, ἕνας ἐσὺ κι ἕνας ὁ πλησίον. Ὁ Θεὸς γιὰ σένα πλησίον καὶ σὺ γιὰ τὸ Θεὸ πλησίον· ὁ συνάνθρωπός σου γιὰ σένα πλησίον καὶ σὺ γιὰ τὸ συνάνθρωπό σου πλησίον. Θὰ ’λεγε κάποιος πὼς παίζομε μὲ τὶς λέξεις. Κι ὅμως δὲν ὑπάρχει ἄλλη σχέση ἀληθινῆς κοινωνίας τῶν προσώπων παρὰ αὐτή, ποὺ συνδέει τὸ Θεὸ μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ Θεὸ καὶ μεταξύ τους· ἡ προσωπικὴ κοινωνία τοῦ πλησίον. Ὅλα τα ἄλλα ποὺ μάθαμε νὰ λέμε, γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, γιὰ τοὺς λαούς, γιὰ τὴν ἐλευθερία, γιὰ τὴ δικαιοσύνη κι ὅσα τέτοια φωνάζομε στὸν καιρό μας, ὅλα εἶναι  μιὰ πρόφαση, σὰν ἐκείνη τοῦ νομικοῦ, ποὺ δὲν ἤξερε κι ἤθελε τάχα νὰ μάθη ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἐμπόδιζαν τὸν ἄθεο φιλόσοφο τοῦ καιροῦ μας νὰ μάχεται τάχα γιὰ τὴν ἐλευθερία, ἀλλὰ νὰ μὴ διστάζη νὰ γράφη πὼς ὁ ἄλλος ἄνθρωπος, ὁ πλησίον, ἦταν γι’ αὐτὸν ἡ κόλαση.
Τὸ νέο, ποὺ κόμισε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ τὸ Θεό, εἶναι πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ὁ πατέρας. Καὶ τὸ νέο, ποὺ κόμισε γιὰ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ πλησίον. Αὐτὰ καὶ τὰ δυὸ μαζὶ φανερώνουν  μιὰ προσωπικὴ σχέση, τὴ μόνη ἀληθινὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ καὶ μὲ τὸ συνάνθρωπό του. Ἔξω ἀπὸ τὴ σχέση αὐτὴ δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο πιὸ ἀληθινὸ καὶ πιὸ μόνιμο, γιὰ νὰ οἰκοδομήσουμε τὸ βίο μας καὶ νὰ βροῦμε τὸ σωστὸ δρόμο τῆς ζωῆς μας. Ὅλα τα ἄλλα εἶναι τεχνητὰ καὶ πολὺ σαθρά, γιὰ νὰ σηκώσουν τὸ οἰκοδόμημα, ποὺ μολοντούτο θέλομε νὰ τὸ λέμε κοινωνία. Μὲ ὅλα τα ἄλλα φτιάχνομε ἕνα ἄθροισμα ἀτόμων, ἕνα σύνολο ἀπὸ μονάδες, ἀλλ’ ὅμως αὐτὸ ποὺ λέμε κοινωνία εἶναι ἡ ζωντανὴ σχέση τῶν προσώπων. Ὄχι μόνο τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους, ἀλλὰ καὶ τοῦ Θεοῦ μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους· τοῦ Θεοῦ σὰν προσώπου καὶ πατέρα καὶ τῶν ἀνθρώπων σὰν προσώπων καὶ ἀδελφῶν. Μὰ ἔτσι  μιὰ εἶναι ἡ ἀληθινὴ κοινωνία, ἡ Ἐκκλησία· ἡ προσωπικὴ ἕνωση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν καθέναν ἄνθρωπο καὶ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν καθένα πλησίον. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεία Κοινωνία, ἡ θέωση καὶ ἕνωση τῶν πιστῶν στὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Μακάρι ὄχι μόνο ἔτσι νὰ πιστεύη, μὰ ἔτσι καὶ νὰ ζῆ τὴν πίστη του κάθε χριστιανός, ποὺ δὲν προφασίζεται σὰν τὸ νομικὸ ποὺ πιὸ πέρα ἀπὸ τὸ βίο μεριμνᾶ γιὰ τὴ ζωή του καὶ ρωτάει «Τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;»[7]. Ἀμήν.







[1] Γαλ. 3,24.
[2] Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Κατὰ Ἰουλιανοῦ Α' 113. MPG 35, 649-652.
[3] Αἰσχύλου, Ἀγαμέμνων, στ. 176-178.
[4] Ἑβρ. 5, 8.
[5] Λουκ. 10, 38.
[6] Λουκ. 10, 36-37.
[7] Λουκ. 18, 19.