Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ΛΟΥΚΑ

Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης
Κυριακὴ ΙΑ' Λουκᾶ (Λουκᾶς, 14,16-24)
11 Δεκεμβρίου 1983*

Σὲ κάποιο τραπέζι, ὅπου ἦταν καλεσμένος καὶ στὴ συζήτηση, ποὺ ἔγινε μετὰ τὸ φαγητό, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε γιὰ τὴν ἀνταπόδοση, ποὺ περιμένει τοὺς δικαίους. Ἕνας τότε, ἀπὸ κείνους ποὺ κάθονταν στὸ τραπέζι, εἶπε· «Χαρὰ στον ποὺ θὰ φάγη ψωμὶ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ»[1]. Τότε, παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ λόγο, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε τὴν παραβολὴ τοῦ μεγάλου δείπνου, αὐτὴν ποὺ θὰ ἀκούσωμε αὔριο στὴ θεία Λειτουργία. Αὐτὴ ἡ παραβολή, καθὼς ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «προαναφωνεῖ καὶ τὴν ἔκπτωσιν τῶν Ἰουδαίων καὶ τὴν κλῆσιν τῶν ἐθνῶν»[2]. Οἱ Ἰουδαῖοι ἦσαν οἱ πρῶτοι καὶ ἐπίσημοι καλεσμένοι στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία. Μὰ ἐκεῖνοι δὲν ἐκτίμησαν τὸ κάλεσμα καὶ ξέπεσαν, γι’ αὐτὸ τὴ θέση τους τὴν πῆραν τὰ ἔθνη. Ἄς ἀκούσωμε ὅμως πρῶτα τὴν παραβολὴ τοῦ μεγάλου δείπνου.

Εἶπε ὁ Κύριος αὐτὴν ἐδῶ τὴν παραβολή· «Ἕνας ἄνθρωπος ἔκαμε μεγάλο δεῖπνο καὶ κάλεσε πολλούς. Κι ἔστελε τὸν ὑπηρέτη του τὴν ὥρα τοῦ δείπνου νὰ πῆ στοὺς καλεσμένους· ‘’Ἐλᾶτε, γιατί ὅλα εἶναι ἕτοιμα!’’. Καὶ τότε ἄρχισαν ὅλοι μὲ μιᾶς νὰ ξεφεύγουν. Ὁ πρῶτος εἶπε· ‘’Ἀγόρασα ἕνα χωράφι κι ἔχω ἀνάγκη νὰ βγῶ, γιὰ νὰ τὸ δῶ. Σὲ παρακαλῶ, βγάλε μὲ ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση’’. Κι ὁ ἄλλος εἶπε· ‘’Ἀγόρασα πέντε ζευγάρια βόδια καὶ πάω γιὰ νὰ τὰ δοκιμάσω. Σὲ παρακαλῶ, βγάλε μὲ ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση’’. Κι ἄλλος εἶπε· ‘’Ἔκαμα τὸ γάμο μου καὶ δὲν μπορῶ νὰ ’ρθῶ’’. Καὶ παρουσιάστηκε ὁ ὑπηρέτης καὶ τὰ εἶπε ὅλ’ αὐτὰ στὸν κύριό του. Τότε ὠργίστηκε ὁ κύριος κι εἶπε στὸν ὑπηρέτη του·  ‘’Ἔβγα τώρ’ ἀμέσως στὶς πλατεῖες καὶ στοὺς δρόμους τῆς πόλης καὶ τοὺς φτωχοὺς καὶ σακάτηδες καὶ κουτσοὺς καὶ στραβοὺς φέρε τους ἐδῶ μέσα’’. Κι ὕστερα εἶπε ὁ ὑπηρέτης· ‘’Κύριε, ἔγινε μὲ τὸν ὁρισμό σου, κι ἀκόμα ὑπάρχει τόπος’’. Κι εἶπε ὁ κύριος στὸν ὑπηρέτη του· ‘’Ἔβγα στὶς στράτες καὶ τὰ μονοπάτια κι ἀνάγκασε νὰ μποῦν καὶ νὰ γεμίση τὸ σπίτι μου’’. Σᾶς λέγω λοιπὸν πὼς κανένας ἀπὸ τοὺς καλεσμένους ἐκείνους δὲν θὰ φάγη στὸ τραπέζι μου. Γιατί πολλοὶ εἶναι οἱ καλεσμένοι, μὰ λίγοι εἶναι οἱ διαλεκτοί».
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τῆς παραβολῆς ποὺ κάνει τὸ μεγάλο δεῖπνο, εἶναι βέβαια ὁ Θεός. Κι αὐτὸ τὸ δεῖπνο καὶ τὸ τραπέζι, στὸ ὁποῖο καλεῖ ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι ἡ ἁγία τράπεζα τῆς θείας Εὐχαριστίας. Καὶ ὁ «οἶκος», ποὺ καλοῦνται γιὰ νὰ τὸν γεμίσουν οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ἡ Ἐκκλησία· «οἶκος Θεοῦ ζῶντος»[3], καθὼς γράφει ὁ Ἀπόστολος. Ἐκκλησία, στὴν πλήρη καὶ σωστὴ ἔκφρασή της εἶναι ἡ τράπεζα τῆς Εὐχαριστίας, ἡ θεία Λειτουργία καὶ Κοινωνία, ἡ ἕνωση τῶν πιστῶν μὲ τὸ Θεὸ καὶ μεταξύ τους, ὅταν μεταλαβαίνουν καὶ γίνωνται «σύσσωμοι» καὶ «σύναιμοι»[4] τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλη ἕνωση ἀπ’ αὐτήν, πιὸ ἀληθινὴ καὶ πιὸ ἅγια δὲν ὑπάρχει. Κι ἄλλη κοινωνία ἀπ’ αὐτήν, πιὸ σωστὴ καὶ πιὸ μόνιμη, δὲν εἶναι. Μάθαμε νὰ λέμε γιὰ τὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες, μὰ στ’ ἀλήθεια μιὰ εἶναι ἡ κοινωνία, ἡ Ἐκκλησία· ἡ κοινὴ τράπεζα τῶν θείων Μυστηρίων, τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου, εἶναι «σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους». Ὄχι ἕνα ἀνώνυμο πλῆθος κι ἕνα ἀπρόσωπο ἀριθμητικὸ σύνολο, ἀλλὰ αὐτοσυνείδητοι καὶ αὐτοδιάθετοι ἄνθρωποι, ὁ καθένας μὲ τὴ θέλησή του καὶ μὲ τὴν ἰδιαίτερη ἀποστολή του. Πόσες φορὲς τὰ εἴπαμε αὐτὰ τὰ πράγματα; Μὰ καὶ δὲν θὰ παύσουμε νὰ τὰ λέμε, ὥσπου ὅλοι νὰ καταλάβουν τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, σὲ ἀντίθεση μὲ κάθε ὁλοκληρωτικὸ πολιτικὸ ἤ κοινωνικὸ σύστημα.
«Ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα»[5], ἐλᾶτε, γιατί ὅλα πιὰ εἶν’ ἕτοιμα. Εἶναι τὸ κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ μέσα στοὺς αἰῶνες καλεῖ τὸν κόσμο. Ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, γιατί ὅλοι εἶναι καλεσμένοι στὸ μεγάλο τραπέζι τῆς σωτηρίας. Τὸ «ἐκάλεσε πολλοὺς»[6] θὰ πῆ πὼς τοὺς κάλεσε ὅλους, γιατί ὁ Θεὸς «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι»[7], θέλει νὰ σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Ὅμως, ἂν καὶ ἡ πρόσκληση εἶναι γενική, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁμαδική. Ὁ Θεὸς τοὺς καλεῖ ὅλους, ἀλλὰ ἕναν-ἕναν προσωπικά. Γι’ αὐτὸ καὶ λέγει· «Ὅστις θέλει...»[8]. Ὁ Θεός, καὶ εἶναι ἀλήθεια πὼς μόνο ὁ Θεός, σέβεται ἀπόλυτα τὴν προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς γιὰ τὴ σωτηρία του ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει νὰ δώση τίποτε παρὰ μόνο τὴ θέλησή του. Ὁ Θεὸς θέλει νὰ σωθοῦν ὅλοι, μὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους σώζεται μόνο ὅποιος θέλει. Δὲν ὑπάρχει, ἀλήθεια, καμμιὰ προκοπὴ καὶ καμμιὰ σωτηρία ἔξω ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη θέληση τοῦ ἀνθρώπου, μέσα στὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας. Ἐκεῖ μέσα θὰ κινηθῆ ἐλεύθερος ὁ ἄνθρωπος, «εἴσω τῶν οἰκείων ὅρων», καθὼς λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Γιατί αὐτὴ ἡ ἐλεύθερη θέληση δὲν ξέρεις ποὺ σὲ ὁδηγεῖ καὶ ποὺ σὲ βγάζει, ἂν δὲν μετρήσης τὶς εὐθύνες σου. Ἐλεύθερος ἄνθρωπος θὰ πῆ ὑπεύθυνος ἄνθρωπος· μόνο οἱ δοῦλοι καὶ οἱ σκλάβοι εἶναι ἀνεύθυνοι. Ὅταν ὁ Θεὸς καλὴ καὶ λέγη· «Ἔρχεσθε...»[9], ἀπευθύνεται στὸν ἄνθρωπο, ποὺ ξέρει πὼς τὸν ἔπλασε ἐλεύθερο. Γι’ αὐτὸ καὶ στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀπαντᾶ· «Ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον»[10], σὲ παρακαλῶ, ἄφησέ με ἥσυχο. Μὰ ὅποιος παραιτεῖται ἀπὸ τὴν εὐθύνη καὶ τὸ χρέος του, ἀρνεῖται τὴν ἐλευθερία του, καὶ τότε μόνος του γίνεται δοῦλος.
Τὴν παραβολὴ τοῦ μεγάλου δείπνου ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν εἶπε γιὰ τοὺς Ἑβραίους. Οἱ Ἑβραῖοι εἶναι ὁ ξεχωριστὸς καὶ περιούσιος λαός, ποὺ ὁ Θεὸς τὸν διάλεξε καὶ τὸν μεταχειρίστηκε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Χαρακτηριστικὸ εἶναι ἕνα χωρίο τοῦ ἀποστόλου Παύλου στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή, ποὺ ὁμιλεῖ γιὰ τὶς προνομίες τῶν Ἑβραίων, «ὧν ἡ υἱοθεσία καὶ ἡ δόξα καὶ αἱ διαθῆκαι καὶ ἡ νομοθεσία καὶ ἡ λατρεία καὶ αἱ ἐπαγγελίαι, ὧν οἱ πατέρες, καὶ ἐξ ὧν ὁ Χριστὸς τὸ κατὰ σάρκα, ὁ ὧν ἐπὶ πάντων Θεὸς εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας[11]· Ἀμήν». Στοὺς Ἑβραίους ἀνήκει ἡ υἱοθεσία, ἡ δόξα, οἱ διαθῆκες, ἡ νομοθεσία, ἡ λατρεία καὶ οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτοὺς ἀνήκουν οἱ πατέρες κι ἀπ’ αὐτοὺς σὰν ἄνθρωπος κατάγεται ὁ Χριστός, ὁ ἐπάνω ἀπ’ ὅλα Θεὸς εὐλογητὸς στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν. Αὐτὸ τὸ χωρίο τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου κατὰ ἕνα μοναδικὸ τρόπο συνοψίζει καὶ παρουσιάζει τὴ θέση τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ στὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Ἀλλὰ οἱ Ἑβραῖοι ὑπῆρξαν πάντα ἕνας λαὸς δύσκολος καὶ σκληροτράχηλος, ποὺ μὲ διάφορες προφάσεις δὲν ἀνταποκρίθηκαν στὸ κάλεσμα τοῦ Θεοῦ. Μέχρι σήμερα ἡ ἀντίδραση τῶν Ἑβραίων κατὰ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι φανερὴ καὶ ἡ σύγχρονη μεγάλη ἀναστάτωση τοῦ κόσμου ὀφείλεται στοὺς Ἑβραίους. Ἀλλ᾽ ἐδῶ κρύβεται ἕνα μεγάλο μυστήριο, ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο γράφει ὁ μεγάλος Ἀπόστολος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή, καὶ φτάνει νὰ βεβαιώση ὅτι «πᾶς Ἰσραὴλ σωθήσεται»[12]· κάποτε οἱ Ἑβραῖοι θὰ πιστέψουν καὶ θὰ σωθοῦν. Καὶ μαζὶ μὲ τοὺς Ἑβραίους κι ὅλοι ὅσοι ἔχασαν τὸ δρόμο τους κι ἀρνιοῦνται τὸν ἑαυτό τους καὶ πολεμοῦν τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴ Χριστιανοσύνη. Ἡ Ἐκκλησία πάντα διώκεται, μὰ τὸ σημερινὸ δρᾶμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι διώκεται ἀπὸ τοὺς δικούς της. Οἱ σύγχρονοι διῶκτες τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι οἱ εἰδωλολάτρες καὶ οἱ ἐθνικοί τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς, ἀλλὰ οἱ χριστιανικοὶ λαοί, ποὺ δασκαλεύτηκαν ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους καὶ ξεσηκώθηκαν ἐναντίον κάθε πίστεως καὶ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Μὲ μία δαιμονικὴ παραφορά, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, μεθυσμένος ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη του καὶ τὴν τεχνική, πάει νὰ γκρεμίση τὸ Θεὸ καὶ νὰ γίνη ὁ ἴδιος Θεός. Ἕνα χωρίο τοῦ ἀποστόλου Παύλου στὴ δεύτερη πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολὴ εἶναι ἀποκαλυπτικό· ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας εἶναι «ὁ ἀντικείμενος καὶ ὑπεραιρόμενος ἐπὶ πάντα λεγόμενον Θεὸν ἤ σέβασμα, ὥστε αὐτὸν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ ὡς Θεὸν καθίσαι, ἀποδεικνύντα ἐαυτὸν ὅτι ἐστὶ Θεὸς»[13]. Τίποτε δὲν εἶναι σεβαστὸ γιὰ τὸ σύγχρονο ἄνθρωπο, τίποτε ἱερὸ οὔτε ὅσιο· Δὲν ὑπάρχει γι’ αὐτὸν τίποτε στὸν οὐρανό, μὰ οὔτε καὶ στὴ γῆ, γιὰ νὰ τὸ σεβαστῆ, ἀφοῦ βάλθηκε νὰ τινάξη τὸν πλανήτη στὸν ἀέρα.
Ἀλλ’ ἄς ξαναγυρίσουμε στὴν παραβολὴ τοῦ μεγάλου δείπνου, ποὺ ἔχει ἐφαρμογὴ ὄχι μόνο στοὺς Ἑβραίους, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἄνθρωπο καὶ σὲ κάθε λαό, ποὺ ὁ Θεὸς τὸν καλεῖ στὴ βασιλεία του, κι ἐκεῖνος ξεφεύγει μὲ διάφορες προφάσεις. Εἶναι χαρακτηριστικό, γιὰ νὰ τὸ προσέξουμε, αὐτὸ ποὺ γράφει ὁ Ἀπόστολος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή, μὲ ἀφορμὴ τοὺς Ἑβραίους, γιὰ κάθε χριστιανικὸ λαό· «ἵvα, μὴ ἦτε παρ’ ἑαυτοῖς φρόνιμοι»[14]. Ὅταν δηλαδὴ τὸ Εὐαγγέλιο γράφη γιὰ τὴ συμπεριφορὰ καὶ τὶς εὐθῦνες τῶν Ἑβραίων, ἐμεῖς δὲν θὰ πρέπει νὰ εἴμαστε ἥσυχοι καὶ ἀναπαυμένοι ὅτι τάχα αὐτὰ δὲν γράφονται καὶ γιὰ μᾶς. Στὸ τέλος θὰ βρεθοῦν ὄχι μόνο οἱ Ἑβραῖοι, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ λαοὶ νὰ εἶναι καλεσμένοι, γιὰ νὰ μὴν πῆ κανεὶς πὼς δὲν τὸν κάλεσε ὁ Θεός. Καὶ θὰ φανῆ πὼς μέσα στοὺς πολλοὺς «κλητοὺς» λίγοι πάντα εἶναι οἱ «ἐκλεκτοὶ»[15]. Οἱ πολλοὶ δὲν προσέχουν στὸ κάλεσμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπαντοῦν μὲ τὰ ἴδια λόγια τῆς παραβολῆς· «Ἐρωτῶ σε, ἔχε μὲ παρῃτημένον»· σὲ παρακαλῶ, ἄφησε μὲ ἥσυχο. Ἄλλο τοῦτο δρᾶμα τῆς Ἐκκλησίας! Νὰ τρέχη καὶ νὰ παρακαλῆ ὄχι πιὰ τοὺς ἔξω, ἀλλὰ τοὺς ἴδιους τοὺς χριστιανούς, τοὺς βαπτισμένους, ποὺ μικρὰ παιδιὰ κοινωνοῦσαν κι ἴσως καὶ ὑπηρετοῦσαν στὸ ἱερὸ Βῆμα κοντὰ στοὺς ἱερεῖς, ἀλλ᾽ ὅταν πέρασαν τὰ δεκαπέντε τους χρόνια δὲν ξαναμπῆκαν πιὰ στὸ ναό, καὶ κάποιοι ἔγιναν κι ἐχθροὶ καὶ διῶκτες τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν θελήσουμε νὰ τοὺς πλησιάσουμε καὶ νὰ ἀνοίξουμε μαζί τους διάλογο, μόνο γιὰ σωτηρία δὲν θέλουνε νὰ ἀκούσουν. Γὶ αὐτὸ κι ἐμεῖς ἀρχίζομε ἀπὸ πολὺ μακρυὰ καὶ προσπαθοῦμε νὰ δικαιώσουμε τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ θεῖο ἔργο της σὲ ἐγκόσμιες καὶ κοινωνικὲς δραστηριότητες. Τὸ δίχως ἄλλο αὐτὸ εἶναι ἕνα μεγάλο λάθος τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Θεοῦ, ποὺ στάλθηκαν γιὰ νὰ καλέσουν τοὺς ἀνθρώπους στὸ τραπέζι τῆς σωτηρίας. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος στὴν πρώτη του ἐπιστολὴ γράφει· «κομιζόμενοι τὸ τέλος τῆς πίστεως ὑμῶν σωτηρίαν ψυχῶν»[16]· πάει νὰ πῆ πὼς γι’ αὐτὸ εἴμαστε χριστιανοὶ καὶ μένομε στὴν Ἐκκλησία, ὄχι γιὰ ἄλλα ἀνταλλάγματα, ἀλλὰ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν μας. Ἡ σωτηρία εἶναι ὁ βαθὺς κι ἀλάλητος πόθος κάθε ψυχῆς, μόνο ποὺ ὁ ἄνθρωπος χάνει τὸ δρόμο του καὶ ζητάει τὴ σωτηρία ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἡ ἀπώλεια καὶ ἡ καταστροφή του.
Τὸ βασικὸ γνώρισμα τοῦ καιροῦ μας εἶναι ἡ μαζοποίηση τῶν ἀνθρώπων. Οἱ συνθῆκες ἐργασίας καὶ διαβίωσης στὰ βιομηχανικὰ κέντρα, τὸ ξερρίζωμα τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ χωριά τους καὶ τὰ σπίτια τους, ἡ ἐπαγγελματικὴ καὶ συνδικαλιστική τους ὀργάνωση, οἱ κοινωνιοκρατικὲς θεωρίες καὶ τὰ ὁλοκληρωτικὰ πολιτειοκρατικὰ συστήματα ἔκαμαν τοὺς ἀνθρώπους ὅλους μαζὶ μιὰ ἀπρόσωπη μάζα, ἕνα κοπάδι καὶ μιὰ ἀγέλη. Ἔτσι μάθαμε νὰ ὁμιλοῦμε ὄχι μόνο γιὰ συλλογικὴ ἐργασία, ἀλλὰ καὶ γιὰ συλλογικὴ εὐθύνη, πράγματα ποὺ δὲν τὰ ξέρει ἡ Ἐκκλησία. Στὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι κοινωνία προσώπων καὶ ὄχι ἄθροισμα ἀτόμων, ὁ καθένας ἔχει ξεχωριστὴ τὴν κλήση του καὶ τὴν εὐθύνη του, καὶ ἡ θέση του στὸ τραπέζι τῆς σωτηρίας εἶναι προσωπικὴ καὶ ξεχωριστή. Ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ πολλὲς φορὲς ματαιώνει τὴ σωτηρία του, μὰ δὲν ματαιώνει τὸ σχέδιο καὶ τὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ. Τὸ μέγα δεῖπνο ἀποφασίστηκε. Τὸ τραπέζι στρώθηκε. Τὸ κάλεσμα συνεχίζεται. Τὸ σπίτι θὰ γεμίση. Μάταια ὁ Θεὸς δὲν ἔγινε ἄνθρωπος. Δωρεὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀπέθανε. H ἀπιστία κάποιων δὲν θὰ καταργήση τὴν πίστη τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.
Ὁ Σ.Κ.Δ.



[1] Λουκ. 14, 16.
[2] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὕπομνημα εἰς τὸν Ἄγ. Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστήν, MPG 58, 647, 40. 
[3] A' Τιμ. 3, 15.
[4] Κυρίλλου 'Ἱεροσολύμων, Κατήχησις μυσταγωγικὴ περὶ σώματος καὶ αἵματος Χριστοῦ, 1.3.
[5] Λουκ. 14, 17.
[6] Λουκ. 14, 16.
[7] A' Τιμ. 2, 4.
[8] Μάρκ. 8, 34. Ματθ. 16, 24.
[9] Ἰω. 1,39.
[10] Λουκ. 14, 20.
[11] Ρωμ. 9, 4-6.
[12] Ρωμ. 11,26.
[13] B' Θεσσ. 2,4.
[14] Ρωμ. 11, 25.
[15] Ματθ. 22, 14.
[16] A' Πέτρ. 1, 9.

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

ἔτι τόπος ἐστί

Ἡ παραβολή τοῦ Δείπνου
   π. Χρήστου Ζαχαράκη


Ἕνα μεγάλο δεῖπνο ἔχει ἑτοιμαστεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ, ἡ τράπεζα τῆς Εὐχαριστίας, στὴν ὁποία καλεῖ ὁ Θεός τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ παραβολὴ τοῦ μεγάλου δείπνου εἶναι ἴσως ἡ πλέον ἀποκαλυπτικὴ παραβολὴ τοῦ Κυρίου! Πρῶτα-πρῶτα μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν κλήση μας,  ποὺ εἶναι ἡ μετοχή μας στὸ Δεῖπνο τῆς Εὐχαριστίας. Ὅλοι, ποὺ δέχονται τὸ κάλεσμα τοῦ Θεοῦ καὶ μετέχουν στὴν Τράπεζα τοῦ Κυρίου, γίνονται «σύσσωμοι καὶ σύναιμοι» τοῦ Χριστοῦ, ἐνώνονται στὴ Χάρη Του, δέχονται τὴ χαρὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Κι εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ μιὰ ἁπλὴ κοινωνία καλεσμένων τὴ μεταβάλει σὲ Θεία, γιατὶ αὐτὸ ποὺ προσφέρεται στὸ Δεῖπνο εἶναι ἡ Ζωή.
Ἔπειτα ἡ παραβολὴ ἀποκαλύπτει καὶ τὴν πνευματική μας γύμνια, τὴν ἀδυναμία μας νὰ συμ-μετάσχουμε στὸ Δεῖπνο. Οἱ προφάσεις ποὺ προβάλουν οἱ καλεσμένοι, πέρα ἀπὸ τὴν προσκόληση στὶς γήινες ἐπιθυμίες καὶ ἠδονές, φανερώνουν τὴν οὐσιαστικὴ ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἁμαρτία, καὶ τὴν ἄρνησή του νὰ τὴν ἀπεκδυθεῖ. Στὴ διήγηση τῆς ἴδιας παραβολῆς ἀπὸ τὸν Ματθαῖο, γιὰ τὴ μετοχὴ τῶν καλεσμένων στὸ γαμήλιο δεῖπνο ἀπαραίτητο εἶναι τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου, ποὺ κι αὐτὸ ἀκόμα εἶναι προσφορὰ τοῦ οἰκοδεσπότη. Αὐτὴ ἡ λεπτομέρεια, γνωστή στὸν ἰουδαϊκό κόσμο,   δὲν ἀναφέρεται στὶς εὐαγγελικές διηγήσεις, ἑρμηνεύει ὅμως τὴ φαινομενική «σκληρότητα» στὴν ἀντιμετώπιση τοῦ μὴ ἐνδεδυμένου μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν βασιλιά: «δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἐκβάλετε αὐτὸν εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον».
 Ἐκεῖνο ποὺ στὴν ἄλλη διήγηση ὀνομάζεται ἔνδυμα, στὴ σημερινὴ ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὴν περιουσία, «ἀγρὸν ἠγόρασα», ἀπὸ τὴν ἐργασία «ζεύγη βοῶν», καὶ τὴν οἰκογένεια «γυναῖκα ἔγημα». Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ ἄνθρωπος σ᾽ὁλόκληρο τὸ βίο του ἀγωνίζεται γι᾽ αὐτά. Ὅμως τὸ λάθος κι ἡ ἁμαρτία του εἶναι πὼς ἐκεῖνα ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ δίνει σὰν μέσα νὰ βαδίζει πρὸς τὴ ζωή, αὐτὸς τὰ κάνει σκοπό, μὲ ἀποτέλεσμα, ἄν καὶ πασχίζει, νὰ μὴν τὴν ἀγγίζει ποτέ.  Ἀποκλείει ἔτσι ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ εὐχαριστιακὸ δεῖπνο. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ οἰκοδεσπότης λέγει τὸ «οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου», ὅταν πλέον, ἀρνούμενοι, οἱ προσκαλεσμένοι δεν προσέρχονται στο Δεῖπνο.

Ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει ὅρια· «ἔτι τόπος ἐστί». Ὁ Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπο ἔτσι ὅπως εἶναι, μὲ τὴν ἁμαρτία του· γι᾽ αὐτὸ καὶ στὸ σπίτι του χωροῦν ὅλοι. «Ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε». Τὴ σωτηρία  μας δὲν τὴν ἀποκλείουν οἱ ἁμαρτίες μας, ἀλλὰ ἡ ἄρνησή μας. Ὁ Θεὸς τὸ μόνο ποὺ ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο εἶναι νὰ τιμήσει τὴν πρόσκλησή Του· ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἀποδέχεται εἶναι κι ὁ ἐκλεκτός!