Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης.

Κυριακή B' Ματθαίου (Ματθαῖος, 4,18-24)

Ἡ αὐριανή εὐαγγελική περικοπή ὁμιλεῖ γιά τήν κλήση τῶν πρώτων Ἀποστόλων. Ὅταν ἦρθε ὁ καιρός γιά νά ἀρχίση τό δημόσιο ἔργο του, τότε ὁ Ἰησοῦς Χριστός κάλεσε κοντά του ἐκείνους, πού θά τούς προετοίμαζε καί θά τούς ἔστελνε γιά νά κηρύξουν στόν κόσμο τό Εὐαγγέλιο. Αὐτό τό μεγάλο καί σπουδαῖο ἔργο ὁ Θεός δέν τό ἀνέθεσε οὔτε στούς σοφούς οὔτε στούς ἰσχυρούς, ἀλλά σέ ἁπλούς καί ἀγράμματους ἀνθρώπους. Γιατί τό Εὐαγγέλιο εἶναι σοφία καί δύναμη Θεοῦ· εἶναι ἀπό μόνο του σοφό καί δυνατό καί δέν χρειάζεται τή σοφία καί τή δύναμη τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ἀπόστολος γράφει ὅτι ὁ Θεός «ἐξελέξατο τά μωρά καί τά ἀσθενῆ του κόσμου... ὅπως μή καυχήσηται πᾶσα σάρξ»[1]· διάλεξε κι ἔκαμε Ἀποστόλους ἀγράμματους κι ἀδύνατους ἀνθρώπους, γιά νά μήν καυχηθῆ κανένας πώς μέ δική του σοφία καί δύναμη νίκησε ὁ Χριστός τόν κόσμο. Μά ἄς ἀκούσωμε στή γλώσσα μας τήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή.
Ἐκεῖνο τόν καιρό διαβαίνοντας ὁ Ἰησοῦς κοντά στή θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δυό ἀδελφούς, τό Σίμωνα πού λέγεται καί Πέτρος καί τόν ἀδελφό του τόν Ἀνδρέα, νά ρίχνουν τά δίχτυα στή θάλασσα· γιατί ἦσαν ψαράδες. Καί τούς λέγει· «Ἐλᾶτε μαζί μου καί θά σᾶς κάμω ψαράδες ἀνθρώπων». Κι αὐτοί ἀμέσως παράτησαν τά δίχτυα καί τόν ἀκολούθησαν. Καί πηγαίνοντας πιό πέρα εἶδε ἄλλους δυό ἀδελφούς, τόν Ἰάκωβο, τό γιό τοῦ Ζεβεδαίου καί τόν ἀδελφό του τόν Ἰωάννη, μέσα στή βάρκα μαζί μέ τόν πατέρα τους τό Ζεβεδαῖο νά ἑτοιμάζουν τά δίχτυα, καί τούς κάλεσε. Κι αὐτοί ἀμέσως παράτησαν τή βάρκα καί τόν πατέρα τους καί τόν ἀκολούθησαν. Καί περιώδευε ὁ Ἰησοῦς ὅλη τή Γαλιλαία καί δίδασκε στίς συναγωγές τῶν Ἰουδαίων, κήρυττε τό Εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί θεράπευε κάθε ἀρρώστια καί κάθε ἀνημπόρια μέσα στό λαό.
Δυό πράγματα μᾶς κάνουν ἐντύπωση σ’ αὐτή τήν εὐαγγελική περικοπή· ἡ ἐργατικότητα τῶν ἀνθρώπων τούς ὁποίους καλεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί ἡ ὑπακοή τους. Ἄς ποῦμε πρῶτα γιά τήν ἐργατικότητα. Καί τούς τέσσερις ὁ Ἰησοῦς Χριστός τούς βρῆκε νά ἐργάζωνται κι ἀπό τήν ἐργασία τούς κάλεσε. Ἦσαν ἄνθρωποι πού κέρδιζαν τό ψωμί τους μέ τόν κόπο τους. Καί δέν εἶναι χωρίς σημασία ὅτι τέτοιους ἀνθρώπους κάλεσε ὁ Χριστός γιά νά τούς κάμη ἀποστόλους. Μαζί μέ τ’ ἄλλα ἦσαν ἄνθρωποι ψημένοι στή δουλειά, ἱκανοί γιά νά ἀντέξουν στούς κόπους καί τίς ταλαιπωρίες τῆς ἱεραποστολῆς. Γιατί μπορεῖ νά μή χρειάζεται ὁ Θεός γιά τό ἔργο του τή σοφία καί τή δύναμη τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά χρειάζεται τόν κόπο τους καί τή θέλησή τους. Ἕνας ἀπό τούς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας λέγει χαρακτηριστικά ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο χωρίς νά τόν ρωτήση, ἀλλά δέν τόν σώζει χωρίς τή θέλησή του. Χρειάζονταν λοιπόν γιά τό ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς, καί πάντα χρειάζονται γιά τήν Ἐκκλησία, ἄνθρωποι πού νά μποροῦν καί νά θέλουνε νά ἐργασθοῦν. Μά καί πάλι, ὅσος κι ἄν εἶναι, ποτέ δέν φτάνει ὁ κόπος τοῦ ἀνθρώπου γιά τό ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὁ Θεός κι ἡ χάρη του, ζητώντας νά ὑπάρχη στόν ἄνθρωπο τό ὅσο αὐτός μπορεῖ, ξέρει νά θεραπεύη τά ἀσθενῆ καί νά ἀναπληρώνη τά ἐλλείποντα. Μήν ἀρνηθῆς ἐσύ νά κάμης ὅ,τι μπορεῖς κι ὁ Θεός θά κάμη γιά σένα ὅ,τι θέλει κι ὅ,τι πρέπει.
Ἀλλά τό νά καλέση ὁ Ἰησοῦς Χριστός γιά ἀποστόλους ἐργατικούς ἀνθρώπους, αὐτό εἶναι μιά τιμή τοῦ Θεοῦ πρός τήν ἐργασία. Κι ἀλήθεια κάθε τίμια ἐργασία εἶν’ εὐλογημένη ἀπό τό Θεό. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἐργάζεται κι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἄνθρωπος ἐδῶ στή γῆ, ἐργάστηκε, γι᾽ αὐτό καί εἶπε· «Ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται κἀγώ ἐργάζομαι»[2]. Πολλοί θαρροῦν πώς ἡ ἐργασία εἶναι καταδίκη καί θέλουν, ἄν εἶναι τρόπος, νά μήν ἐργάζωνται. Ὅμως ἡ ἐργασία εἶναι ὁ κλῆρος καί ἡ τιμή τοῦ ἀνθρώπου. Κάθε τίμιος ἄνθρωπος ἐργάζεται καί προκόβει μέ τόν ἱδρώτα του. Μόνο ἐκεῖνοι πού δέν θέλουν νά ἐργασθοῦν καί φοβοῦνται νά κουρασθοῦν, κάθονται καί συζητοῦν πῶς θά βρεθῆ ἕνας τρόπος νά μήν ἐργάζωνται οἱ ἄνθρωποι καί νά πληρώνωνται καλά. Οἱ χριστιανοί αὐτά δέν τά ξέρουν καί δέν τά ἀκοῦνε. Βλέπουν τόν Ἰησοῦ Χριστό πού ἐργαζότανε, κι ἀκοῦνε τόν Ἀπόστολο πού γράφει · «Εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι μηδέ ἐσθιέτω»[3]. Γι’ αὐτό καί φροντίζουν νά ἔχουν τήν ἐργασία τους καί τό ἐπάγγελμά τους. Ἐπάγγελμα θά πῆ ὑπόσχεση· εἶναι ἡ ὑπόσχεση πού κάθε τίμιος ἄνθρωπος δίνει στό Θεό καί στούς ἀνθρώπους, ὅτι στό βίο του διαλέγει νά κάμη μιά ὡρισμένη ἐργασία. Βέβαια στόν καιρό μας σχετικά μέ τήν ἐργασία καί τό ἐπάγγελμα ἀπασχολοῦν τόν κόσμο πολλά καί μεγάλα προβλήματα, μέ τά ὁποῖα οὔτε θέλομε οὔτε καί μποροῦμε νά ἀσχοληθοῦμε τώρα.
Ἀλλά εἴπαμε πώς αὐτοί, τούς ὁποίους κάλεσε ὁ Ἰησοῦς Χριστός γιά νά τούς κάμη ἀποστόλους, καθώς τό βλέπομε στήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή, ἦσαν καί ἄνθρωποι πρόθυμης ὑπακοῆς. Εἶναι μεγάλο πράγμα ἡ ὑπακοή· ἡ ὑπακοή τῶν μικρῶν πρός τούς μεγάλους, ἡ ὑπακοή τῶν χριστιανῶν στήν Ἐκκλησία, ἡ ὑπακοή τῶν πολιτῶν στούς νόμους τοῦ Κράτους, ἡ ὑπακοή ὅλων, ἀρχόντων καί ἀρχομένων, στό νόμο τοῦ Θεοῦ. Μόλις οἱ ψαράδες ἄκουσαν τό κάλεσμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τά παράτησαν ὅλα καί τόν ἀκολούθησαν. Μά θά τύχη κάποιος νά πῆ· «Ἦταν ὁ Χριστός πού τούς καλοῦσε, κι αὐτοί ἦσαν ἀπό τούς μαθητές τοῦ βαπτιστῆ Ἰωάννη», κι ὁ Ἰωάννης κάθε μέρα ἔδινε μαρτυρία κι ἔδειχνε τόν Ἰησοῦ Χριστό. «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ...»[4]. Ὅμως κι ἐμᾶς ὁ Ἰησοῦς Χριστός μᾶς καλεῖ καί δέν ὑπακούομε καί δέν τόν ἀκολουθοῦμε, κι ἄς ἔχωμε τή μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας καί τή νίκη τῆς πίστεως μέσα σέ δυό χιλιάδες χρόνια. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός «ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις»[5], ὄχι μόνο μέσα σέ σαράντα ἡμέρες ἔδειξε στούς Ἀποστόλους ὅτι ἀναστήθηκε, ἀλλά καί μέσα σέ εἴκοσι αἰῶνες ἔδειξε στόν κόσμο πώς εἶναι ὁ Κύριος καί ὁ Θεός, «ὁ ὤν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος»[6].
Τό Εὐαγγέλιο πού ἀκοῦμε, ὁ Χριστός εἶναι, καί ἡ Ἐκκλησία πού μᾶς ὁμιλεῖ, ὁ Χριστός εἶναι. Καί τώρα δέν μᾶς λέγει νά ἀφήσουμε τήν ἐργασία μας καί τούς γονεῖς μας καί τά παιδιά μας κι ὅ,τι ἔχομε γιά νά τόν ἀκολουθήσουμε. Ἀλλά μᾶς λέγει νά κοιτάζουμε τήν ἐργασία μας, νά φροντίζουμε τούς γονεῖς μας, νά ἀγαπᾶμε τή γυναίκα μας καί τά παιδιά μας, νά ἀγαποῦμε τόν τόπο μας. Ἔρχονται ὅμως κάποιοι κακοί καί πονηροί ἄνθρωποι κι ἐκείνους τούς ἀκοῦμε καί τούς δίνομε τόν ἑαυτό μας. Πιότερη πίστη κι ἐμπιστοσύνη δίνομε σ’ ἐκείνους, πού μᾶς ξεγελοῦν παρά σ’ ἐκείνους πού μᾶς συμβουλεύουν στό καλό. Τόν ἱερέα σου δέν τόν ἀκοῦς, τόν κάθε αἱρετικό καί ψευδοπροφήτη τόν ἀκοῦς. Ὁ ἱερέας σέ καλεῖ στήν Ἐκκλησία, προσεύχεται καί λειτουργεῖ γιά σένα, σέ συμβουλεύει σάν πατέρας, σοῦ κηρύττει τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί σοῦ δείχνει τό δρόμο τῆς προκοπῆς. Τόν ἱερέα λοιπόν δέν τόν ἀκοῦς καί τόν βλέπεις γιά ἐχθρό σου, γιατί ἔτσι σέ δίδαξαν ἐκεῖνοι τούς ὁποίους ἀκοῦς. Μά ὅποια κι ἄν εἶναι ἡ κακή σου γνώμη, ἡ Ἐκκλησία σου, γιατί ἀνήκεις ἀκόμα στήν Ἐκκλησία, δέν θά πάψη νά σέ ἀγαπᾶ καί νά προσεύχεται γιά σένα.

Δυό μεγάλες ἀρετές εἶναι ἡ ἐργασία καί ἡ ὑπακοή· νά ἐργαζώμαστε τό καλό καί νά ὑπακούωμε στό καλό. Κι ἄς μήν πῆ κανείς πώς δέν ξέρει ποιό εἶναι τό καλό. Τό καλό εἶναι ὅ,τι θέλει κι ὅ,τι λέγει ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Τί λέγει μέσα μας, τό γράφει τό Εὐαγγέλιο, τό κηρύττει ἡ Ἐκκλησία. Κανένας δέν θά βρεθῆ γιά νά πῆ πώς δέν τό ξέρει. Τό βλέπομε στή ζωή τῶν Ἁγίων, πού αὐτά τά δυό εἶναι τά γνωρίσματά τους· ἡ ἐργασία καί ἡ ὑπακοή. Τό βλέπομε στό παράδειγμα τῶν πρώτων, πού καλεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός γιά νά τούς κάμη Ἀποστόλους· ἐργάζονταν κι ὅταν τούς κάλεσε ὑπήκουσαν. Θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ τίμια ἐργασία, θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι καί ἡ ὑπακοή. Ἀμήν.




[1] Α' Κορ. 1,27...30.

[2] Ἰω. 5, 17.
[3] Β' Θεσσ. 3, 10.

[4] Ἰω. 1,37.
[5] Πράξ. 1,3.
[6] Ἀποκ. 1,4. 4, 1. 11, 17. 16,5.

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου   Σερβίων καὶ Κοζάνης
(Ματθ. 10, 32-34 ... 37-39 ... 19, 27-30)

Ἡ ἑορτή τῶν Ἁγίων Πάντων εἶναι ἡ ἑορτή τῆς χριστιανικῆς ἁγιωσύνης, ἀφιερωμένη σ’ ὅλους τοὺς Ἁγίους, τούς γνωστούς καί τούς ἄγνωστους. Ἡ χριστιανική ἁγιωσύνη στήν οὐσία της εἶναι ὁμολογία ἤ, καθώς γράφει στήν Ἀποκάλυψη ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἡ χριστιανική ἁγιωσύνη εἶναι «μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ»[1]. Χριστιανός θά πῆ μάρτυρας τῆς Ἀνάστασης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τά τελευταῖα λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρός τούς μαθητές του τήν ἡμέρα πού ἀνελήφθη εἶναι αὐτά· «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλήμ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς»[2]. Ἀλλά πρίν νά πῆ αὐτό εἶπε κάτι ἄλλο, πού εἶναι ὁ ἀπαραίτητος ὅρος τῆς ὁμολογίας καί τῆς μαρτυρίας· «...λήψεσθε δύναμιν», εἶπε, «ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ' ἡμᾶς»[3]. Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἁγιωσύνης· «Ἁγίῳ Πνεύματι καταστέφονται μάρτυρες καί προφῆται ὁρῶσι»[4]. Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία τώρα, ἀφοῦ ἑώρτασε τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς καί τήν ἐπιδημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἑορτάζει αὔριο τήν ἑορτή ὅλων τῶν Ἁγίων καί διαβάζει στή θεία Λειτουργία τήν εὐαγγελική περικοπή, στήν ὁποία ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὁμιλεῖ γιά τήν ὁμολογία καί τή μαρτυρία τῶν χριστιανῶν.

Εἶπε ὁ Κύριος στούς μαθητές του· «Ὅποιον, πού θά μέ ὁμολογήση μπροστά στούς ἀνθρώπους, θά τόν ὁμολογήσω κι ἐγώ μπροστά στόν πατέρα μου, πού εἶναι στούς οὐρανούς. Κι ἐκεῖνον, πού θά μέ ἀρνηθῆ μπροστά στούς ἀνθρώπους, θά τόν ἀρνηθῶ κι ἐγώ μπροστά στόν οὐράνιο πατέρα μου. Ἐκεῖνος, πού ἀγαπᾶ τόν πατέρα του ἤ τή μητέρα του περισσότερο ἀπό μένα, δέν εἶναι ἄξιος γιά μένα κι ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τό γιό του ἤ τή θυγατέρα του περισσότερο ἀπό μένα, δέν εἶναι ἄξιος γιά μένα. Κι ὅποιος δέν παίρνει τό σταυρό του καί δέν ἔρχεται μαζί μου δέν εἶναι ἄξιος γιά μένα». Τότε τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Πέτρος καί τοῦ εἶπε· «Νά ἐμεῖς τά ἀφήσαμε ὅλα καί σέ ἀκολουθήσαμε· ποιά τάχα θά εἶναι ἡ ἀπολαβή μας;». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Σᾶς βεβαιώνω πώς ἐσεῖς πού μέ ἀκολουθήσατε στή δεύτερη παρουσία, ὅταν ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου θά καθήση στό θρόνο τῆς δόξας του, θά καθῆστε καί σεῖς σέ δώδεκα θρόνους, κρίνοντας τίς δώδεκα φυλές τοῦ Ἰσραήλ. Καί καθένας πού ἀφῆκε σπίτια ἤ ἀδελφούς ἤ ἀδελφές ἤ πατέρα ἤ μητέρα ἤ γυναίκα ἤ παιδιά ἤ χωράφια γιά τό ὄνομά μου, θά λάβη ἑκατονταπλάσια καί θά κληρονομήση αἰώνια ζωή. Τότε πολλοί, πού τώρα εἶναι πρῶτοι, θά εἶναι τελευταῖοι· καί πολλοί, πού τώρα εἶναι τελευταῖοι, θά εἶναι πρῶτοι».’’

Ὅλο λοιπόν τό ἔργο τῆς πίστεως εἶναι ὁμολογία ἡ ἀλλιῶς «μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ». Τήν ὁμολογία τοῦ Πέτρου, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός καί ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός τήν χαρακτήρισε πέτρα τῆς πίστεως, βάση δηλαδή καί θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ αἰτία τῶν διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας ἦταν καί εἶναι ἡ ὁμολογία αὐτή, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Κι ὅλη ἡ προσπάθεια τῶν διωκτῶν καί τῶν δημίων ἦταν πῶς, μέ ὑποσχέσεις, μέ ἀπειλές καί μέ βασανιστήρια, οἱ χριστιανοί νά ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους. Μάθαμε βέβαια νά ὁμιλοῦμε γιά διωγμούς τῆς Ἐκκλησίας καί νά τούς ἐντοπίζουμε στούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, μά εἶναι ἀλήθεια πώς ἡ Ἐκκλησία πάντα βρίσκεται σέ διωγμό καί κάθε χριστιανός εἶναι πάντα μπροστά στό ἴδιο δίλημμα· νά ὁμολογήση ἤ νά ἀρνηθῆ τό Χριστό, νά μείνη συνεπής ἤ νά προδώση τήν πίστη του.
Στά παραπάνω λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συνοψίζονται οἱ αἰτίες, γιά τίς ὁποῖες μπορεῖ νά ἀρνηθοῦμε τό Χριστό. Εἶναι πρόσωπα καί πράγματα, ὁ ἑαυτός μας, οἱ οἰκιακοί μας, τά χωράφια μας· πρόσωπα ἀπό τά πιό ἀγαπητά μας καί πράγματα ἀπό τά πιό ἀναγκαῖα στή ζωή μας. Σέ ἄλλη περίπτωση ὁ Ἰησοῦς εἶπε· «Ἐχθροί τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοί αὐτοῦ»[5]. Καί φαίνεται ἐδῶ, σάν καί νά ἔρχεται σέ σύγκρουση ἡ φύση μέ τό Θεό, τό αἴσθημα τῆς στοργῆς καί ἡ ἀπαίτηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ ἐντολή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τό Εὐαγγέλιο. Ἡ ἐντολή εἶναι· «Τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου...»[6], καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός λέγει· «Ὁ φιλῶν πατέρα ἡ μητέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος»[7]. Ὅμως ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν ἀρνεῖται τήν ἀγάπη στούς δικούς μας· δέν λέγει «ἀντί ἐμοῦ», ἀλλά «ὑπέρ ἐμέ». Αὐτό εἶναι ἀπόλυτα σύμφωνο μέ τήν ἀρχαία ἐντολή· «Θά ἀγαπήσης τόν Κύριο, πού εἶναι ὁ Θεός σου, μέ ὅλη τή δύναμή σου καί τόν πλησίον σου σάν τόν ἑαυτό σου»[8]. Πρῶτα ὁ Θεός κι ὕστερα οἱ ἄνθρωποι, ἀπό τούς πιό δικούς μας ὥς τούς πιό ξένους. Γιατί κανένας δέν ἀγαπᾶ ἀληθινά τόν ἑαυτό του καί τούς ἀνθρώπους, ἄν δέν ἀγαπάει πρῶτα τὸ Θεό· καί κανένας δέν βρίσκει τόν ἑαυτό του ποιός εἶναι καί δέν βλέπει μπροστά του σωστά τόν ἄλλον ἄνθρωπο, ἄν δέν ξεκινήση ἀπό τό Θεό.

Ἡ ἁγιωσύνη καί ἡ σωτηρία εἶναι πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα ἀποταγή. Αὐτή ἡ ἀποταγή ἀρχίζει ἀπό τά πιό μικρά καί φτάνει ὥς τά πιό μεγάλα· ἀπό τά πιό μακρινά ὥς τά πιό κοντινά, πού εἶναι ὁ ἑαυτός μας καί τό δικό μας θέλημα. Αὐτός εἶναι ὁ σταυρός, γιά τόν ὁποῖο στήν αὐριανή περικοπή ὁμιλεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἀλλά, ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὁμιλῆ μ’ ἕναν τέτοιο ἀπόλυτο τρόπο καί ἀποκόβει τό μαθητή του ἀπό κάθε δεσμό καί σχέση μέ πρόσωπα καί μέ πράγματα τοῦ βίου καί τοῦ κόσμου, πρέπει λοιπόν ἐμεῖς, γιά νά καταλάβωμε τό λόγο του νά ρωτήσουμ’ ἐκείνους, πού μέ ἀδιαμαρτύρητη ὑπακοή συμμορφώθηκαν πρός τό λόγο του. Εἶναι οἱ μάρτυρες, εἶναι οἱ ὅσιοι ἀσκητές τῆς ἐρήμου, εἶναι ὅλοι οἱ ὁμολογητές τῆς πίστεως. Δέν θά σπεύσουμε νά τούς μιμηθοῦμε, ἀλλά μᾶς ὑποχρεώνουν νά τούς ἀκούσωμε, γιά νά μήν ἔχωμε νά λέμε πώς ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶπε καί ζητάει ἀνεφάρμοστα τάχα πράγματα. Στήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή λέγεται γιά τούς Ἀποστόλους ὅτι θά καθήσουν σέ δώδεκα θρόνους, γιά νά κρίνουν τίς δώδεκα φυλές τοῦ Ἰσραήλ. Ἀλλ’ αὐτό εἶναι λίγο, ὅταν θυμηθοῦμε τί γράφει ὁ Ἀπόστολος· «Οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἅγιοι τόν κόσμον κρινοῦσι; ...Οὐκ οἴδατε ὅτι ἀγγέλους κρινοῦμεν;»[9]. Οἱ ἀληθινοί χριστιανοί θά κρίνουν τόν κόσμο καί θά δικάσουν ἀκόμα καί τούς Ἀγγέλους, ἐκείνους πού ἀποστάτησαν κι ἔπεσαν ἀπό τόν οὐρανό. Ἐμᾶς λοιπόν πού τρομάζομε, ὅταν ἀκοῦμε τά λόγια τοῦ Χριστοῦ καί τά κρίνομε γιά ἀνεφάρμοστα, θά μᾶς κρίνουν οἱ ἅγιοι μάρτυρες, οἱ ὅσιοι Ἀσκητές τῆς ἐρήμου καί οἱ ὁμολογητές, ὅσοι ἔδωκαν «εἴτε διά ζωῆς εἴτε διά θανάτου τήν μαρτυρίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ»[10].
Εἶναι ὅλοι οἱ Ἅγιοι, πού ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει αὔριο τή μνήμη τους· μάρτυρες, πού τούς ξέσκισαν καί τούς κομμάτιασαν τά θηρία στά θέατρα καί τούς ἱππόδρομους, κι ἄλλοι πού κάηκαν στή φωτιά κι ἔπεσαν τά κεφάλια τους κάτω ἀπό τό μαχαίρι τῶν δημίων· ὅσιοι, πού ἔζησαν φτωχοί κι ἀγνοημένοι στίς σπηλιές καί τ’ ἀσκηταριά καί στέγνωσαν στήν προσευχή καί τή νηστεία· κι ἄλλοι, πού πάλεψαν μέσα στόν κόσμο, σηκώνοντας ἀρρώστια καί φτώχεια κι ἔλυωσαν στή βαρειά δουλειά γιά νά βγάλουν τό ψωμί τοῦ σπιτιοῦ τους, γιά νά γεννήσουν καί νά μεγαλώσουν παιδιά καί γιά νά περιθάλψουν γέροντες γονεῖς· κι ἄλλοι, πού ἔδωκαν ὅλη τή ζωή τους μέσα στά σπουδαστήρια καί τά ἐργαστήρια, γιά νά ἀνακαλύψουν τά μυστικά τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ καί νά εὐεργετήσουν τούς ἀνθρώπους· ὅλοι, πού ξεκίνησαν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀγαπήσουνε σωστά τόν ἑαυτό τους καί νά ἐπεκτείνουν τήν ἀγάπη τους ἀληθινά πρός τόν πλησίον· οἱ  «ἅγιοι πάντες» τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ τελευταία φράση στήν αὐριανή εὐαγγελική περικοπή εἶναι πολύ χαρακτηριστική· «Πολλοί δέ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καί ἔσχατοι πρῶτοι»[11]. Αὐτό θέλει νά πῆ πώς ἡ κύρωση καί ἡ καταξίωση τῆς εὐαγγελικῆς διδαχῆς δέν εἶναι στή γῆ, ἀλλά στόν οὐρανό. Τά μέτρα τῆς σωτηρίας μας δέν εἶναι ἐπίγεια, ἀλλά οὐράνια. Ἄς μή ζητοῦμε νά ἀποδείξουμε τήν ἀλήθεια τοῦ εὐαγγελίου στίς συνθῆκες τοῦ παρόντος βίου, πού θά πῆ νά μήν κλείνωμε τόν προορισμό μας καί τή σωτηρία μας στά ὅρια τοῦ παρόντος κόσμου. Τά παρόντα μᾶς ξεγελοῦν. Εἶναι σάν τά εἴδωλα στή φωτογραφική πλάκα· τά ἐπάνω φαίνονται κάτω καί τά ἄσπρα φαίνονται μαῦρα. Χαρά στούς ἐδῶ τελευταίους, πού ἐκεῖ θά εἶναι πρῶτοι. Ἀμήν.







[1] Ἀποκ. 1, 2.
[2] Πράξ. 1,8.
[3] Αὐτόθι.
[4] Ἀναβαθμοί β' ἤχου.

[5] Ματθ. 10,36.
[6] Ἔξοδ. 20, 12.

[7] Ματθ. 10,37.
[8] Δευτερ. 6, 5. Λευϊτ. 19, 18. Ματθ. 22, 37, 39.
[9] Α'Κορ. 6,2,4.

[10] Φιλιπ. 1,20.
[11] Ματθ. 19,30.